ΣΩΤΗΡΗΣ ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ
Τον κατέκριναν για τα μπλόκα του ΄96 ενώ ως υπουργός κινδυνεύει
να στιγματιστεί από την απαγόρευση ενός βιβλίου
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Ποιο είναι το πρόσωπο της
Δικαιοσύνης στις μέρες του Σωτήρη Χατζηγάκη; Εκείνο που φιλοτεχνείται από
προωθημένες επιλογές, όπως το σύμφωνο ελεύθερηςσυμβίωσης; Ή η σκοτεινή εικόνα
που αναδύεταιαπό το «φίμωτρο» Σανιδά στους δικαστικούςλειτουργούς,
την απροκάλυπτη επιχείρηση εξόντωσηςτων δικαστών που ασκούν
«ενοχλητική» κριτική και, ακόμη περισσότερο, από την απαγόρευσηβιβλίων
που επιβάλλεται διά της δικαστικής οδού, αναβιώνοντας εποχές σκοταδισμού; Με
τον τρόπο του, ο υπουργός Δικαιοσύνης έχει επιτείνει τη σύγχυση.
O ίδιος το γνωρίζει καλά. Η μεσοβέζικη στάση που
κράτησε στην υπόθεση Σανιδά- Μπάγια και υπαγορεύθηκε από την ανάγκη στήριξης
των κυβερνητικών επιλογών στην ηγετική πυραμίδα της δικαστικής εξουσίας, έχει
προκαλέσει ρωγμές στο δικό του προφίλ. Ωστόσο, στενοί συνεργάτες του
υποστηρίζουν ότι δεν είχε περιθώρια ελιγμών στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ
εκτιμούν πως οποιαδήποτε άλλη παρέμβασή του θα δημιουργούσε μεγαλύτερες τριβές
στο δικαστικό σώμα. Δεν μπορούσε- λένε- να αποκηρύξει τον εισαγγελέα του Αρείου
Πάγου για την πρωτοφανή κίνηση να οδηγήσει στην πειθαρχική «λαιμητόμο» τον
πρόεδρο της Ένωσης Εισαγγελέων, ούτε από την άλλη πλευρά να υπερασπιστεί την
κριτική που άσκησε ο Σωτ. Μπάγιας, αφού τα βέλη του δεν άφηναν αλώβητη την
κυβέρνηση. Έτσι προτίμησε να ακολουθήσει μια τακτική ίσων αποστάσεων για να
βρεθεί τελικά ο ίδιος στο επίκεντρο σκληρής κριτικής, αφού με τη στάση του
εμφανίστηκε να «εξισώνει τον θύτη με το θύμα», όπως παρατηρεί έγκριτος νομικός
και πολιτικός αντίπαλός του που, κατά τα άλλα, θεωρεί τον Σωτ. Χατζηγάκη ως
«μία από τις πιο εύστοχες επιλογές που θα μπορούσε να κάνει ο Κων. Καραμανλής
για το υπουργείο Δικαιοσύνης».
Το δόγμα του είναι πως «καλή Δικαιοσύνη είναι η ήρεμη
Δικαιοσύνη και καλός δικαστής ο ήρεμος δικαστής». Αλλά η θεωρία διαφέρει από
την πράξη και οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Αυτή την περίοδο, ο χώρος των
δικαστικών λειτουργών εμφανίζεται βαθιά διχασμένος και όσοι παρακολουθούν τις
εξελίξεις από κοντά, όπως για παράδειγμα οι δικηγορικοί σύλλογοι, δεν κρύβουν
την ανησυχία ότι η προσπάθεια εξόντωσης του Σωτ. Μπάγια θα είναι μόνον η αρχή.
Οι καυτές «πατάτες». Θεωρεί πιο σημαντικό για τον
πολίτη να επιταχυνθούν οι ρυθμοί της Δικαιοσύνης, να μην υπάρχει καθυστέρηση
ετών για την έκδοση ενός συναινετικού διαζυγίου, να βελτιωθεί η εικόνα του
σωφρονιστικού συστήματος. «Η πολιτική πρέπει να είναι στενά συνδεδεμένη με την
κουλτούρα και την ευαισθησία», λέει και με αυτό το σκεπτικό προωθεί και το
σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, παρά τις αντιδράσεις που καταγράφονται και μέσα
στο κόμμα του. Με τον ίδιο στόχο είναι έτοιμος να προωθήσει τη δημιουργία
κέντρων κράτησης για τοξικομανείς - ένα πρόγραμμα «ΟΚΑΝΑ στις φυλακές», όπου θα
χορηγούνται μεθαδόνη και άλλα υποκατάστατα ναρκωτικών και θα μπει σε νέα βάση η
μάχη της απεξάρτησης. Το πρόβλημα είναι ότι ταυτόχρονα έχει την πολιτική ευθύνη
και για τις «καυτές πατάτες» που εκκρεμούν στη Δικαιοσύνη, έστω κι αν τις
περισσότερες «τις κληρονόμησε», όπως χαρακτηριστικά λένε στο υπουργείο. Οι
υποκλοπές που μπήκαν στο αρχείο ή τα δομημένα ομόλογα για τα οποία ουδείς έχει
ακόμη δώσει απαντήσεις, είναι ζητήματα για τα οποία θα εξακολουθήσει να
καλείται από την αντιπολίτευση για εξηγήσεις στη Βουλή. Και σε πολιτικό
επίπεδο, το άλλοθι ότι δεν μπορεί ο υπουργός να σχολιάσει τις ενέργειες της
«ανεξάρτητης Δικαιοσύνης» δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικό.
Ο ρόλος του «γεφυροποιού» που αποφάσισε να αναλάβει
στην υπόθεση Μπάγια, αντιγράφοντας μια τακτική στην οποία οφείλει εν πολλοίς
την υστεροφημία του και ο πολιτικός του μέντορας Ευάγγελος Αβέρωφ, δεν έχει
μέχρι τώρα φέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Εμμέσως πλην σαφώς, όμως, έχει
στείλει το δικό του μήνυμα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ότι η
υπόθεση πρέπει να κλείσει χωρίς άλλες πληγές. Για τα πρόσωπα, ωστόσο, έχει τη
σημασία της η υποσημείωση στενών συνεργατών του ότι καμία από τις επιλογές στα
ηγετικά κλιμάκια της Δικαιοσύνης δεν ήταν δική του. Οι κρίσεις είχαν γίνει πριν
αναλάβει εκείνος το υπουργείο, ενώ αυτό το καλοκαίρι μόνο για κενές θέσεις
αντιπροέδρων στα Ανώτατα Δικαστήρια θα είναι εισηγητής.
Θα πάρει μέτρα
για την απαγόρευση του βιβλίου
Την ατμόσφαιρα αυτή ήρθε να βαρύνει ακόμη περισσότερο
η- «ανεκδιήγητη» για πολλούς νομικούς- διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου να
αποσυρθεί το βραβευμένο μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου («Ζιγκ Ζαγκ στις
Νερατζιές») από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Ο Σωτ. Χατζηγάκης δεν έχει ακόμη
πάρει δημοσίως θέση για αυτή την υπόθεση- μόνο και μόνο γιατί «η παρέμβασή του
έπρεπε να έχει θεσμικό χαρακτήρα», επισημαίνουν οι ίδιοι συνεργάτες. Είναι,
όμως, εξοργισμένος, καθώς αντιλαμβάνεται ότι τέτοιες αποφάσεις «στραπατσάρουν»
κάθε προσπάθεια για ένα «σύγχρονο στίγμα» και μια Δικαιοσύνη «με ανθρώπινο
πρόσωπο», αλλά κυρίως επειδή η δική του υπουργική θητεία κινδυνεύει να
στιγματιστεί από την απαγόρευση ενός βιβλίου. Και για έναν πολυγραφότατο
πολιτικό όπως ο Σωτ. Χατζηγάκης, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να θεωρηθεί «χτύπημα
κάτω από τη ζώνη», αναφέρουν οι ίδιες πηγές.
Η απαγόρευση του βιβλίου είναι ένα κομβικό σημείο για τη θητεία Χατζηγάκη στο
υπουργείο Δικαιοσύνης και ο υπουργός δεν πρόκειται να ακολουθήσει παθητική
στάση. «Δεν μπορεί να απολογείται για κάθε δικαστική απόφαση ή ενέργεια, ιδίως
μάλιστα για αποφάσεις που βρίσκει εξωφρενικές», λένε τακτικοί συνομιλητές του.
Μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα το πλήρες περιεχόμενο της απόφασης έφθασε στα χέρια
του υπουργού και το σκεπτικό της τον εξόργισε ακόμη περισσότερο. «Δεν μπορεί
ένας δικαστής να πολιτικολογεί με τέτοιο τρόπο», ήταν ένα από τα σχόλια που
καταγράφηκαν σε ειδική σύσκεψη που έγινε στο υπουργείο.
«Παιδί» του Ε.
Αβέρωφ και η ρήξη με τον Κ. Μητσοτάκη
Στα 64 χρόνια του, ο Σωτ. Χατζηγάκης ήταν ένα από τα
νέα πρόσωπα της επανεκλεγμένης κυβέρνησης Καραμανλή. Στην προηγούμενη κυβέρνηση
είχε περιοριστεί σε ρόλο αντιπροέδρου της Βουλής, μένοντας ουσιαστικά έξω από
το κάδρο των πρωταγωνιστών που σηματοδοτούσαν την κυβερνητική επιστροφή της
Ν.Δ. έπειτα από τρεις διαδοχικές εκλογικές ήττες. Πολιτικός από «τζάκι», με
ευρύτατη μόρφωση, πλούσιο συγγραφικό έργο, μακρά κοινοβουλευτική εμπειρία και
πολιτική ευγένεια, όπως αναγνωρίζουν και οι πολιτικοί του αντίπαλοι, ο υπουργός
Δικαιοσύνης είχε τα διαπιστευτήρια για να συγκαταλέγεται στα πρωτοκλασάτα
στελέχη του κόμματος. Ωστόσο, βρισκόταν σχεδόν πάντοτε σε δεύτερο πλάνο στη
Ν.Δ. Στελέχη του κόμματος που συνδέονται φιλικά μαζί του από χρόνια λένε ότι ο
ίδιος ουδέποτε επεδίωξε ειδικά προνόμια και ας είχε τις ευκαιρίες του γι΄ αυτό.
Ούτε υπήρξε ποτέ μέλος του πολιτικού «σταρ σύστεμ». Βουλευτής Τρικάλων από το
1974, γόνος οικογένειας με μακρά πολιτική παράδοση, δεν κρύβει ότι εκείνος που
έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία του ήταν ο- δεύτερος ξάδελφός του-
Ευάγγελος Αβέρωφ.
Η φιλία με Σουφλιά. Από τις αρχές της δεκαετίας
του ΄80, εκείνος είχε μιλήσει και γράψει πρώτος για την αναγκαιότητα να στραφεί
το κόμμα στον μεσαίο χώρο, έστω και αν δεν τον καθόριζε με τα κριτήρια του
πολιτικού κέντρου με τον οποίο τον συνδέει σήμερα το κομματικό επιτελείο. Τρία
πρόσωπα με τα οποία έχει συνδεθεί η πορεία του στη Ν.Δ. είναι ο Γ. Σουφλιάς, ο
Αντ. Σαμαράς και ο Μιχ. Λιάπης. Με τον πρώτο είχαν το ίδιο πολιτικό γραφείο στο
ξεκίνημά τους και παραμένουν στενοί φίλοι, με τον δεύτερο έχουν καταχωρισθεί στα
κομματικά ως τα «εξαπτέρυγα» του Αβέρωφ και με τον τρίτο συνεργάστηκαν στενά
στον Πολιτικό Σχεδιασμό της Ν.Δ., προσπαθώντας να διαφυλάξουν τη συνοχή του
κόμματος, στα «πέτρινα χρόνια» της δεκαετίας του ΄80 και της κυριαρχίας του
Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Σωτ. Χατζηγάκης, άλλωστε, θεωρείται πρόσωπο-κλειδί στην
απόφαση του Μιχ. Λιάπη να στηρίξει στη μάχη διαδοχής του 1997 τον Γ. Σουφλιά,
απέναντι στον ξάδελφό του Κων. Καραμανλή.
Ο κομματικός πατριωτισμός τον κράτησε στη Ν.Δ. μετά
τη ρήξη του με τον Κων. Μητσοτάκη, το 1992, και δεν ακολούθησε τον Αντ. Σαμαρά
στην Πολιτική Άνοιξη. Θεωρούσε, έτσι κι αλλιώς, πολιτικό λάθος την αποχώρηση
Σαμαρά από τη Ν.Δ.- ίσως γιατί δεν θα μπορούσε να απαρνηθεί τον Ευαγ. Αβέρωφ
ούτε και στη γνωστή θεωρία του για «τα πρόβατα που φεύγουν από το μαντρί και τα
τρώει ο λύκος...». Με την παραίτησή του από το υπουργείο Γεωργίας, ωστόσο, τον
Νοέμβριο του 1992, είχε προκαλέσει πολιτική θύελλα, διαφωνώντας ανοιχτά με τα
σχέδια αγοράς συγκεκριμένων πυροσβεστικών αεροσκαφών και την ιδιωτικοποίηση του
τομέα της Δασοπυρόσβεσης. «Δεν θα μπορούσα να κοιτάξω τον κόσμο στα μάτια...»,
είχε εξομολογηθεί μετά την παραίτηση.
Επάνω στα τρακτέρ. Από τη δεύτερη μακρά περίοδο
της γαλάζιας αντιπολίτευσης, χαραγμένη στη συλλογική μνήμη μένει η εικόνα ενός
μαινόμενου Σωτ. Χατζηγάκη να προσπαθεί να ξεσηκώσει τους αγρότες των Τρικάλων,
πάνω σε ένα τρακτέρ. Για την εικόνα αυτή επικρίθηκε έντονα, αν και ο ίδιος
υποστηρίζει ότι ήταν υπέρ των κινητοποιήσεων, αλλά δεν συντάχθηκε ποτέ με το
κλείσιμο των εθνικών οδών. Ήταν αρχές του 1996 και ο τότε κυβερνητικός
εκπρόσωπος Δημ. Ρέππας συμπλήρωσε στο βιογραφικό του Σωτ. Χατζηδάκη και τον
χαρακτηρισμό «Μαρίνος Αντύπας της Δεξιάς». Όπως φάνηκε, ωστόσο, η εικόνα εκείνη
είχε ξενίσει και τους Τρικαλινούς: στις εκλογές που ακολούθησαν, τον Σεπτέμβριο
του 1996, ο Σωτ. Χατζηγάκης δεν κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής- και αυτή η ήττα
είχε ξεγελάσει τότε πολλούς στη Ν.Δ. που θεωρούσαν ότι σηματοδοτούσε το
πολιτικό τέλος του.