Εθνόσημο
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας
και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

ΠΗΓΗ: "ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ" ΤΡΑΠΕΖΑ  ΝΟΜΙΚΩΝ  ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ  ΔΣΑ


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ

Είδος: ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

Έτος: 1960

ΦΕΚ: Α 164 19601009

Τέθηκε σε ισχύ: 09.10.1960

Ημ.Υπογραφής: 09.10.1960

 

Τίτλος
ΚΩΔΙΞ ΠΕΡΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΘΡΩΝ



Αρθρο: 1

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Ιδρυσις - Εδρα - Σκοπός

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

Το επί τη βάσει του Νόμ. 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων

και συμπληρωσάντων αυτό μεταγενεστέρων Νόμων και Ν.Δ/των συσταθέν και

λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείον Συντάξεων Νομικών διέπεται εφεξής υπό

των διατάξεων του παρόντος Κώδικος.



Αρθρο: 2

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

 

Κείμενο Αρθρου

1. Το Ταμείον τούτο αποτελεί νομικόν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου υπό τον

τίτλον "Ταμείον Νομικών" υπαγόμενον εις την εποπτείαν του επί της

Δικαιοσύνης Υπουργού.

2. Εν τω παρόντι δια του όρου Ταμείον νοείται το Ταμείον Νομικών. Δια

του όρου ησφαλισμένος νοείται και η ησφαλισμένη. Δια του όρου δικηγόρος

νοείται και ο δόκιμος.



Αρθρο: 3

Ημ/νία: 01.12.2008

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ-ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Σχόλια
Το μέσα σε "..." εδάφιο γ προστέθηκε με το άρθρο 1 Π.Δ. 225/1995 (ΦΕΚ Α' 130) του οποίου η ισχύς αρχίζει από 01.07.1995. - Η εντός " " πρώτη παρ. του εδαφ. γ τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του πδ 176/2008 (Α΄ 235/25.11.2008) και σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου πδ, ισχύει από 1.12.2008.

 

Κείμενο Αρθρου

Σκοπός του Ταμείου είναι: α) η χορήγησις περιοδικής παροχής (συντάξεως)

εις τους ησφαλισμένους αυτού και εν περιπτώσει θανάτου εις τας

οικογενείας αυτών, β) η χορήγησις ειδικής παροχής εις τας νυμφευομένας

θυγατέρας ησφαλισμένων και συνταξιούχων (και γ) η παροχή νοσοκομειακής

περιθάλψεως εις τους συνταξιούχους και τας οικογενείας αυτών.

«γ» Η εφαρμογή προγράμματος επιδοτούμενου παραθερισμού, με αντικείμενο την παροχή σε συνταξιούχους κύριας ασφάλισης, που δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλο φορέα και στους συζύγους των, σε αριθμό μέχρι και δύο χιλιάδων (2.000) ατόμων, κάθε έτος, εκ περιτροπής, της δυνατότητος μετάβασης και φιλοξενίας, σε Ελληνικά τουριστικά θέρετρα ή λουτροπόλεις της επιλογής τους, επί μία εβδομάδα και με δαπάνες, καλυπτόμενες κατά ποσοστό 80% από το Ταμείο και κατά ποσοστό 20% από τους εντασσόμενους στο πρόγραμμα.» Η επιλογή, κάθε έτος, των προσώπων που εντάσσονται στο πρόγραμμα, γίνεται κατόπιν αιτήσεώς τους, με κριτήριο τον μεγαλύτερο χρόνο που διατελούν συνταξιούχοι.

Αποκλείεται η συμμετοχή προσώπων που διατελούν συνταξιούχοι με

μικρότερο χρόνο, εφόσον εκκρεμούν αιτήσεις προσώπων, που διατελούν

συνταξιούχοι για μεγαλύτερο χρόνο, καθώς και η επιλογή του αυτού

προσώπου για δεύτερη ή πολλοστή φορά, εφόσον εκκρεμούν αιτήσεις

προσώπων που δεν έχουν συμμετάσχει στο πρόγραμμα, ή έχουν συμμετάσχει

λιγότερες φορές.

Με υπουργική απόφαση, εκδιδόμενη μέχρι της 15ης Μαρτίου κάθε έτους,

κατόπιν προηγουμένης γνώμης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου,

καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που εντάσσονται στο πρόγραμμα, για

το έτος αυτό, η ανώτατη κατ' άτομο ημερήσια δαπάνη που θα περιλαμβάνει

τα έξοδα φιλοξενίας, ημιδιατροφής και το αντίτιμο εισιτηρίων μετάβασης

και επιστροφής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Η μέγιστη ετήσια δαπάνη για το πρόγραμμα ορίζεται σε ποσοστό 0,3% επί

των δαπανών συντάξεων και το αντίστοιχο ποσό αναγράφεται στον

προϋπολογισμό κάθε χρήσης.

Ο πίνακας των επιλεγομένων για συμμετοχή στο πρόγραμμα κάθε έτους,

καταρτίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου".



Αρθρο: 4

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Διοίκησις.

Σχόλια
Το παρόν άρθρο 4 το οποίο συμπληρώθηκε με την παρ. 4 άρθρ. 20 Ν. 4507/1966, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 Ν. 730/77. - Η περ. δ' της παρ. 1, η οποία είχε αντικατασταθεί από το άρθρ. 16 Ν. 1090/1980 (ΦΕΚ Α' 263), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 άρθρ. 24 Ν. 1759/1988, (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άνω άρθρου 24 μέχρι το διορισμό των νέων μελών στο Δ.Σ. του Ταμείου Νομικών συμμετέχουν τα ήδη διορισμένα μέλη. - Η περ. στ' της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 24 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 άνω άρθρ. 24 μέχρι το διορισμό των νέων μελών στο Δ.Σ. του Ταμείου συμμετέχουν τα ήδη διορισμένα μέλη. - Η περ. η' της παρ. 1 προστέθηκε με την Φ.41/753/25 Μαΐου - 7 Ιουν. 1988 (ΦΕΚ Β' 363) Απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

"1. Το Ταμείον Νομικών διοικείται υπό εννεαμελούς Διοικητικού

Συμβουλίου, απαρτιζομένου:

α. Εξ ενός εν ενεργεία δικηγόρου, ως Προέδρου, οριζομένου υπό του

Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών.

β. Εκ των εκάστοτε Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς

και Θεσσαλονίκης.

γ. Εκ του εκάστοτε Προέδρου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων

Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου.

"δ. Τον εκάστοτε πρόεδρο της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο οποίος

αναπληρώνεται εναλλάξ από έναν από τους προέδρους της Ενωσης Δικαστικών

Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας και της Ενωσης Διοικητικών

Δικαστών".

ε. Εξ ενός συνταξιούχου δικηγόρου.

"στ. Τον εκάστοτε πρόεδρο της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος

που αναπληρώνεται από έναν από τους προέδρους των άλλων συνδικαλιστών

οργανώσεων των έμμισθων ασφαλισμένων".

ζ. Εξ ενός ανωτάτου ή ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών

Υπηρεσιών.

"η) Εξ ενός (1) εκπροσώπου του κλάδου δικαστικών επιμελητών, που

ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και

Κοιν. Ασφαλίσεων".

2.α. Τα εν εδαφ. β' και γ' της προηγουμένης παραγράφου μέλη,

υποδεικνύουν εγγράφως τα αναπληρωματικά αυτών μέλη, τα οποία δέον να

ανήκουν εις τους αυτούς Συλλόγους.

Εν περιπτώσει απωλείας της ιδιότητος των εν εδαφ. β' και γ' μελών,

διαρκούσης της θητείας του Δ.Σ. του Ταμείου, ταύτα αντικαθίστανται υπό

των εκλεγέντων νέων Προέδρων, οίτινες και υποδεικνύουν τα, κατά τα

ανωτέρω, αναπληρωματικά αυτών μέλη, εντός μηνός από της εκλογής των.

Εις περίπτωσιν μη υποδείξεως, υπό τινος των ανωτέρω, αναπληρωματικού

μέλους, τούτο διορίζεται ελευθέρως υπό του Υπουργού Κοινωνικών

Υπηρεσιών, εκ του αντιστοίχου Συλλόγου.

Μέχρις εκδόσεως της Υπουργικής αποφάσεως περί διορισμού των νέων

τακτικών και αναπληρωματικών μελών, τα απερχόμενα μέλη εξακολουθούν

παρέχοντα τας υπηρεσίας των.

β. Το εν εδαφ. ς' της προηγουμένης παραγράφου μέλος, μετά του

αναπληρωτού του, ορίζεται υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης.

γ. Τα εν εδαφ. δ', ε' και ζ' της προηγουμένης παραγράφου μέλη, μετά των

αναπληρωτών των, ορίζονται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών.

δ. Πάντα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, ως και ο Πρόεδρος του

Δ.Σ., διορίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών,

οριζομένου άμα δι' αυτής ενός Αντιπροέδρου, εκ των εν εδάφ. β' έως και

ζ' μελών.

3. Εις το εκ Θεσσαλονίκης μέλος του Δ.Σ. το προσερχόμενον εις τας

συνεδριάσεις αυτού, χορηγείται, πέραν των δαπανών μετακινήσεώς του και

ημερησία αποζημίωσις οριζομένη εις το 1/30 του εκάστοτε βασικού μισθού

δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί βαθμώ 1ω, δι' εκάστην ημέραν εκτός

έδρας και μέχρι 2 το πολύ ημερών δι' εκάστην μετακίνησιν.

4. Εις τας συνεδριάσεις του Δ.Σ. παρίστανται, άνευ ψήφου, οι Διευθυνταί

του Ταμείου, εισηγούμενοι τα προς συζήτησιν θέματα.

5. Χρέη Γραμματέως εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου οριζόμενος, μετά του

αναπληρωτού του δια πράξεως του Προέδρου του Δ.Σ.

6. Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τριετής, αρχομένη από της

δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του

Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, περί διορισμού των μελών του Διοικητικού

Συμβουλίου, παρατεινομένη μέχρι του διορισμού νέας Διοικήσεως και

πάντως ουχί πέραν του τριμήνου από της λήξεως της θητείας της.

7. Εν περιπτώσει χηρεύσεως καθ' οιονδήποτε τρόπον, θέσεώς τινος

τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους διορίζονται κατά τον εν τω παρόντι

άρθρω αναφερόμενον τρόπον νέα μέλη δια τον υπόλοιπον της θητείας

χρόνον.

8. Τον Πρόεδρον του Δ.Σ. απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εν παντί ο

Αντιπρόεδρος.

9. Τα αναπληρωματικά μέλη του Δ.Σ. αναπληρούν τα τακτικά τοιαύτα εν

περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος.

10. Μέλος του Δ.Σ. απουσιάζον αδικαιολογήτως επί εξ συνεχείς

συνεδριάσεις δύναται να αντικατασταθή δι' αποφάσεως του Υπουργού

Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Ταμείου.

11. Η υπηρεσία του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. είναι τιμητική και

άμισθος παρεχομένης μόνον εις τούτους και τους παρισταμένους εισηγητάς

και γραμματέα, αποζημιώσεως κατά συνεδρίασιν, οριζομένης δια κοινής

αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

12. Το Δ.Σ. συνεδριάζει μετά πρόσκλησιν του Προέδρου αυτού, τακτικώς

μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή προς τούτο

ανάγκη.

Η ως άνω πρόσκλησις μετά περιλήψεως των προς συζήτησιν θεμάτων,

αποστέλλεται εις τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, τουλάχιστον την

προτεραίαν της συνεδριάσεως.

13. Το Δ.Σ. συνεδριάζει παρόντων πέντε τουλάχιστον μελών εν οις ο

Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος.

Εν ισοψηφία υπερισχύει η γνώμη υπέρ ης δίδεται η ψήφος του Προέδρου.

14. Η διαχείρισις των υποθέσεων του κατ' άρθρ. 30 του Ν.Δ. 4114/1960

Λογαριασμού Ασφαλίσεως Δικηγόρων Ελλάδος, ενεργείται υπό των εκ

Δικηγόρων μελών του Δ.Σ. του Ταμείου Νομικών.

Δια την λήψιν αποφάσεων επί των υποθέσεων τούτων απαιτείται η παρουσία

4 μελών και πλειοψηφία των παρόντων".



Αρθρο: 5

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Αρμοδιότητες της Διοικήσεως.

 

Κείμενο Αρθρου

1. Το Διοικητικόν Συμβούλιον διοικεί το Ταμείον, διαχειρίζεται και

διαθέτει την περιουσίαν αυτού, εντέλλεται την ενέργειαν δαπανών και

αποφασίζει περί πάσης υποθέσεως αφορώσης τα συμφέροντα του Ταμείου και

την εκπλήρωσιν εν γένει του σκοπού τούτου, συμφώνως προς τους ορισμούς

του παρόντος. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου περί ενεργείας μη

προβλεπομένων εν των εγκεκριμένω προϋπολογισμώ δαπανών προ πάσης

εκτελέσεως τούτων, υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το εποπτεύον

Υπουργείον Δικαιοσύνης.

2. Επιτρέπεται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον ωρισμένας υποθέσεις της

αρμοδιότητας αυτού. Το Διοικητικόν Συμβούλιον αναθέτει υποχρεωτικώς εις

τα εκ Δικηγόρων μέλη αυτού, αναπληρούμενα κατά τα εν παρ. 15 του

προηγουμένου άρθρου οριζόμενα, υπό τον Πρόεδρον αυτού πάσας τας

αφορώσας την διαχείρισιν εν γένει του, κατά το άρθρ. 30 του παρόντος

ειδικού λογαριασμού, υποθέσεις. Δια την λήψιν αποφάσεων επί των

υποθέσεων τούτων, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον τεσσάρων κε των ως

ανωτέρω μελών και σύμφωνος γνώμη της πλειοψηφίας των παρόντων, εν

ισοψηφία υπερισχυούσης της γνώμης του Προέδρου. Δύναται όμως το

Διοικητικόν Συμβούλιον να αναθέτη εις εν ή πλείονα των μελών τούτων

ωρισμένας υποθέσεις εκ των ως ανωτέρω οριζομένων.

3. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, δια πλειοψηφίας των 3/4 των

μελών αυτού και κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, δύναται

να αποφασίζη περί προσλήψεως Ειδικού Συμβούλου, κεκτημένου ειδικότητα

περί τα οικονομικο - ασφαλιστικά και λογιστικά.

Η πρόσληψις αυτού γίνεται δια συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, επί χρόνω

καθοριζομένω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ουχί μείζονι του έτους,

δυναμένω ν' ανανεώται εκάστοτε δια νέας αποφάσεως.

Το ποσόν της αποζημιώσεως καθορισθήσεται δια κοινής αποφάσεως των

Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, προτάσει του Διοικητικού

Συμβουλίου του Ταμείου.

Τα καθήκοντα τούτου καθορίζονται εκάστοτε υπό του Προέδρου.



Αρθρο: 6

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Εκπροσώπησις του Ταμείου.

Σχόλια
Η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4507/1966.

 

Κείμενο Αρθρου

1. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και εν κωλύματι αυτού ο

νόμιμος αναπληρωτής του, αντιπροσωπεύει το Ταμείον δικαστικώς και

εξωδίκως, τηρών τας διατάξεις του Νόμου και ασκεί τα εν τω παρόντι και

τω Οργανισμώ του Ταμείου καθοριζόμενα καθήκοντα.

2. Κατόπιν εισηγήσεως του Προέδρου και αποφάσεως του Διοικητικού

Συμβουλίου, δύναται να εκπροσωπή το Ταμείον έτερον μέλος του

Διοικητικού Συμβουλίου ή ο Διευθυντής του Ταμείου.

"3. Ο εις το Ταμείον επαγόμενος ή δικαστικώς επιβαλλόμενος όρκος

δίδεται υπό του Προέδρου ή του δι' αποφάσεως αυτού οριζομένου Συμβούλου

ή Διευθυντού του Ταμείου. Ο όρκος, επακτός ή δικαστικός, δίδεται

πάντοτε κατά το άρθρ. 363 της Πολ. Δικονομίας, ως όρκος ειδήσεως".



Αρθρο: 7

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΜΙΣΘΟΙ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΣ

 

Τίτλος Αρθρου
Ησφαλισμένοι

Σχόλια
Τα εδάφια α και ε της παρ. 1Α τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 2, αντίστοιχα, άρθρου 13 Ν. 4507/1966. Το εδάφιο η της παρ. 1Β τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 2 Ν. 730/1977. Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 άρθρου 2 Ν. 730/1977. Η παρ. 4, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 Ν. 1090/1980 (ΦΕΚ Α' 263). Η εντός " " παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 31 Ν. 1654/1986 (ΦΕΚ Α' 177). Κατά την παρ. 1 άρθρου 21 Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α' 184), η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το Ταμείο Νομικών, από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1976/1991 και στο εξής, από οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί εργασίες, για τις οποίες είναι δυνατή η ασφάλιση στο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν κάθε φορά, δεν δημιουργεί δικαίωμα για παροχές, αν για το χρονικό διάστημα για το οποίο καταβάλλονται οι εισφορές δεν υπάρχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Ταμείου. Ο έλεγχος των νόμιμων αυτών προϋποθέσεων γίνεται με την υποβολή στο Ταμείο Νομικών των δικαιολογητικών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 ΒΔ 661/1961 (ΦΕΚ Α' 157).

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

1. Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι:

Α'. Αμισθοι

"α) Οι δικηγόροι, οι κεκτημένοι νομίμως το δικαίωμα προς άσκησιν του λειτουργήματος κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, από της εις τα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εγγραφής των μέχρι της διαγραφής των εκ τούτων ή μέχρι της κατά το άρθρ. 80 του Κώδικος περί Δικηγόρων αυτοδικαίας αποβολής της ιδιότητος του δικηγόρου".

β) Οι Συμβολαιογράφοι.

γ) Οι άμισθοι Υποθηκοφύλακες και Μεταγραφοφύλακες.

δ) Οι άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες, εκτός αν ασκούσι και έτερον επάγγελμα.

"ε) Οι Δικολάβοι, οι διορισθέντες δια πράξεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, δημοσιευθείσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και οι εφεξής διοριζόμενοι καθ'όμοιον τρόπον".

Β'. Εμμισθοι.

α) Το προσωπικόν της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των Κλητήρων, ως και οι Διευθυνταί και Υποδιευθυνταί Φυλακών και Αναμορφωτικών Σχολείων.

β) Το κύριον και βοηθητικόν προσωπικόν του Συμβουλίου της Επικρατείας, συμπεριλαμβανομένων και των Κλητήρων.

γ) Το κύριον και βοηθητικόν προσωπικόν των τακτικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, Πταισματοδικείων και Ειρηνοδικείων, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών κλητήρων, κλητήρων ακροατηρίου και των εμμίσθων τοιούτων.

δ) Τα ισόβια μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο παρ' αυτώ Επίτροπος, εφ' όσον κατά τον χρόνον του διορισμού των εν ταις θέσεσι ταύταις, ήσαν ασφαλισμένοι του Ταμείου.

ε) Το κύριον προσωπικόν του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

στ) Το προσωπικόν των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων και ειδικών ληξιαρχείων, συμπεριλαμβανομένων και των κλητήρων.

ζ) Οι Σύμβουλοι της Στρατιωτικής Αεροπορικής και Ναυτικής Δικαιοσύνης, ως και οι Γραμματείς, Υπογραμματείς και Γραφείς της Στρατιωτικής και Αεροπορικής Δικαιοσύνης.

"η) Οι δικασταί των τακτικών Διοικητικών δικαστηρίων ως και οι υπάλληλοι της γραμματείας αυτών".

θ) Οι μόνιμοι υπάλληλοι και κλητήρες του Ταμείου.

"2. Εξαιρούνται της υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι τεχνικοί υπάλληλοι της Διευθύνσεως Ειδικών Τεχνικών υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εφ' όσον υπάγονται εις την ασφάλισιν ετέρου Ασφαλιστικού Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως, οι ιατροδικασταί, οι έκτακτοι ή επί ημερησία αποζημιώσει ή επί απολαυή ποσοστών ή άλλων δικαιωμάτων εργαζόμενοι υπάλληλοι και καθαρισταί των δικαστηρίων και των εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης υπαγομένων υπηρεσιών εν γένει".

3. Δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου οι κατόπιν δηλώσεών των, βάσει των διατάξεων των Νόμ. 4448/1929 και 4685/1930 εξαιρεθέντες της ασφαλίσεως και μη ανακαλέσαντες τας δηλώσεις ταύτας, δυνάμει των διατάξεων των Νόμ. 5963/1933, Α.Ν. 1621/1939, 2732/1940, Νόμ. 1359/1944 και 2112/1952.

"4. Δεν δύναται εφεξής να υπαχθή εις την ασφάλισιν του Ταμείου υφ' οιανδήποτε ιδιότητα ο συνταξιούχος υπάλληλος αυτού, ο συνταξιούχος του δημοσίου, οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πλην αν ούτος τυγχάνη ανάπηρος ή θύμα πολέμου ή ανάπηρος ειρηνικής περιόδου (Νόμ. 1370/1944)".

"5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή σε πρόσωπα που ήταν ήδη ασκούμενοι δικηγόροι κατά την έναρξη ισχύος του Νόμ. 4114/1960.

Τα παραπάνω πρόσωπα θεωρούνται ότι υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου από το χρόνο έναρξης άσκησης ασφαλιστέου στο ταμείο επαγγέλματος μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ. ή οποιονδήποτε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό.

Η εξόφληση των εισφορών που τυχόν δεν έχουν καταβληθεί γίνεται με το ποσό της ισχύουσας εισφοράς".

5. Οι από της ισχύος του νόμ. 4448/1929 διορισθέντες και οι εφεξής διοριζόμενοι εις τινα των εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου θέσεων, δεν δύνανται να μετέχωσιν εις τα Μετοχικά Ταμεία "Πολιτικών Υπαλλήλων", "Στρατού", "Ναυτικού" και "Αεροπορίας", δεν υποχρεούνται δε εις καταβολήν τινα προς αυτά.

Οι από της ισχύος του παρόντος διοριζόμενοι εις τας ως ανωτέρω θέσεις δύνανται να εξαιρεθώσι της παρά τω Ταμείω ασφαλίσεως, δι' αιτήσεώς των υποβαλλομένης εντός εξ μηνών, αφ' ης απέκτησαν ιδιότητα συνεπαγομένην την ασφάλισιν παρά τω Ταμείω και συνοδευομένην υπό βεβαιώσεως περί συμμετοχής εις τι εκ των ανωτέρω αναφερομένων Ταμείων, οπότε διατηρούσι την παρά τοις Ταμείοις τούτοις ασφάλισίν των.



Αρθρο: 8

Ημ/νία: 01.08.1996

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΜΙΣΘΟΙ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΣ

 

Τίτλος Αρθρου
Κατηγορίες ασφαλισμένων.

Σχόλια
Από 1-2-1989 στην πρώτη τάξη υπήχθησαν και οι ασφαλισμένοι στο Ταμείο Νομικών άμισθοι δικαστικοί επιμελητές. Βλ. άρθρο όγδοο Ν. 1879/19-21 Μαρτ. 1990 (ΦΕΚ Α' 38). - Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 21 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Οι διατάξεις των παρ. 2Α και 3 του παρόντος άρθρου όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, τίθενται όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του ΠΔ 240/1996 (ΦΕΚ Α 178).

 

Κείμενο Αρθρου

1. Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου (άμισθοι και έμμισθοι), που ορίζονται

από το προηγούμενο άρθρο, διακρίνονται σε δύο τάξεις, την πρώτη και τη

δεύτερη.

"2. Στην πρώτη τάξη ανήκουν:

Α) Από τους αμίσθους:

α) οι δικηγόροι,

β) οι συμβολαιογράφοι,

γ) οι άμισθοι υποθηκοφύλακες (μεταγραφοφύλακες),

δ) οι ασκούμενοι δικηγόροι και

ε) οι δικολάβοι".

Β) Από τους έμμισθους:

α) Οι υπάλληλοι των Κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Κεντρικής Υπηρεσίας του

Υπουργείου Δικαιοσύνης και οι διευθυντές και υποδιευθυντές των φυλακών

και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων,

β) Το κύριο προσωπικό του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι υπάλληλοι

αυτού των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ,

γ) το κύριο προσωπικό των τακτικών δικαστηρίων, εισαγγελιών,

πταισματοδικείων και ειρηνοδικείων και οι υπάλληλοι αυτών των κλάδων

ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ,

δ) τα ισόβια μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και ο επίτροπος αυτού,

ε) το κύριο προσωπικό (νομικοί σύμβουλοι, πάρεδροι και δικαστικοί

αντιπρόσωποι διοίκησης) των νομικών υπηρεσιών της διοίκησης,

στ) οι υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των έμμισθων

υποθηκοφυλακείων,

ζ) οι σύμβουλοι δικαιοσύνης του δικαστικού σώματος των Ενόπλων

Δυνάμεων, εφ' όσον δεν υπάγονται σε άλλο φορέα ασφάλισης,

η) οι δικαστές των διοικητικών δικαστηρίων που προβλέπονται από το

άρθρ. 94 του Συντάγματος, καθώς και οι υπάλληλοι αυτών, των κλάδων ΠΕ,

ΤΕ και ΔΕ,

θ) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Ταμείου των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και

ι) οι υπάλληλοι του Τ.Υ.Δ.Ε. των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.

"3. Στη δεύτερη τάξη ανήκουν οι υπόλοιποι έμμισθοι ασφαλισμένοι".

4. Ασφαλισμένοι του Ταμείου που δεν περιλαμβάνονται σε κάποια από τις

τάξεις που ορίζονται από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων

κατατάσσονται ανάλογα σε μία από τις τάξεις αυτές με απόφαση του

Διοικητικού Συμβουλίου.

5. Οι ασφαλισμένοι υπάλληλοι και κλητήρες του Ταμείου καθώς και τα μέλη

της οικογένειάς τους δικαιούνται σύνταξη του άμισθου ασφαλισμένου,

ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκουν".



Αρθρο: 9

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΧΡΟΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Χρόνος Ασφαλίσεως.

Σχόλια
Οι παρ. 4 και 5 προστέθηκαν με την παρ. 3 άρθρ. 13 Ν. 4507/1966.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

1.α) Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα, καθ' ο ο

ησφαλισμένος μετέχει νομίμως της ασφαλίσεως του Ταμείου.

β) Η υποχρεωτική ασφάλισις ανατρέχει από μεν της 1ης Οκτ. 1929 και

εντεύθεν δια πάντας τους κεκτημένους κατά την χρονολογίαν ταύτην μίαν

των αναφερομένων εν άρθρ. 7 παρ. 1, του παρόντος ιδιοτήτων, δια δε τους

μετά την χρονολογίαν ταύτην αποκτήσαντας ή αποκτώντας τοιαύτην

ιδιότητα, αφ' ης απέκτησαν ή αποκτήσωσι την ιδιότητα ταύτην,

εξαιρουμένων των δυνάμει του παρόντος το πρώτον υπαγομένων εις την

ασφάλισιν, εφ' ων ισχύουσι τα ειδικώς εν τω παρόντι οριζόμενα.

γ) Εν περιπτώσει νέας υπαγωγής εις την ασφάλισιν, συνυπολογίζεται και ο

προηγούμενος τυχόν χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω.

2. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, ο της προσωρινής παύσεως

λόγω πειθαρχικής ποινής, και ο χρόνος της, συνεπεία ποινικής διώξεως,

καταστάσεως αργίας, προσωρινής παύσεως ή προφυλακίσεως, εφ' όσον

ηκολούθησε οριστική απόλυσις.

3. Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εκάστοτε όπως αιτώνται παρά του Ταμείου

την βεβαίωσιν χρόνου ασφαλίσεως αυτών υπερβαίνοντος την δεκαετίαν,

εφόσον έχουσιν εκπληρώσει πλήρως τας προς το Ταμείον υποχρεώσεις των.

Η βεβαίωσις γίνεται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του

Ταμείου, ήτις είναι ανέκκλητος.

"4. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια την απονομήν

συντάξεως ή άλλης παροχής, το χρονικόν διάστημα, καθ'ο ο δικηγόρος δεν

ασκεί πράγματι το λειτούργημα ή επεδόθη συγχρόνως εις ενάσκησιν ετέρου

επαγγέλματος, ασυμβιβάστου προς το λειτούργημα. Πραγματικήν άσκησιν του

λειτουργήματος αποτελούν και αι περιπτώσεις του άρθρ. 63 παρ. 4 του

Κώδικος περί Δικηγόρων. Δικηγόρος, παρ' ω επήλθε περίπτωσις διακοπής

ασκήσεως ή ασυμβιβάστου, καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου δια

την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, υπόκειται καθ' όλον τον χρόνον

της διακοπής της ασκήσεως ή του ασυμβιβάστου εις τας έναντι του Ταμείου

υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, εφ' όσον δεν υποβάλη παραίτησιν εκ του

λειτουργήματος. Δεν υπολογίζεται επίσης εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια

τον καθορισμόν της συντάξεως ή άλλης παροχής ο χρόνος, καθ' ον οι

άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες και οι Δικολάβοι ασκούσι παραλλήλως και

έτερον επάγγελμα.

Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου

τούτου, δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, ούτοι υπόκεινται

εις πάσας τας υποχρεώσεις του ησφαλισμένου.

5. Ο χρόνος, καθ' ον ο δικηγόρος τελεί εν αναστολή κατά τας διατάξεις

του Κώδικος περί Δικηγόρων λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως,

συνυπολογιζόμενος δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής".



Αρθρο: 10

Ημ/νία: 01.11.1998

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΟΡΟΙ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Πόροι του Ταμείου.

Σχόλια
Με την Φ.41/702/12-12 Ιουν. 1986 (ΦΕΚ Β' 418) απόφ. Υφ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, της οποίας η ισχύς αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίστηκε ότι: "Το ποσοστό της μηνιαίας εισφορας των εμμίσθων ασφαλισμένων του Ταμείου Νομικών, που ορίζεται στο εδάφ. α' της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/1960 (ΦΕΚ 164/9.10.1960, τ.Α'), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρ. 1 του Νόμ. 1090/1980 (ΦΕΚ 263/15.11.1980 τ.Α'), υπολογίζεται στα μισθολογικά κλιμάκια του μισθολογίου των Δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων στα οποία ανήκουν όπως αυτά ορίζονται με το άρθρ. 3 του Ν. 1505/1984 (ΦΕΚ 194/3.12.1984, τ.Α') ή, στην περίπτωση που δεν υπάρχουν μισθολογικά κλιμάκια, στον αντίστοιχο βασικό τους μισθό. Για τον υπολογισμό της παραπάνω εισφοράς, ανώτατο όριο αποδοχών ορίζεται το 1ο Μ.Κ. της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, όπως αυτό θα ισχύει κάθε φορά". - Με το άρθρ. 2 της Φ.41/444/1-12 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β' 386) απ. Υφ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλ. (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β' 422/3 Ιουλ. 1992), το ποσό της άνω μηνιαίας εισφοράς αυξήθηκε κατά ποσοστό 25%. - Η περ. 5 της παρ. 1γ τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 18 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). - Τα εδάφ. α,β και γ της παρ. 1, όπως είχαν τροποποιηθεί, τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 1 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980 (ΦΕΚ Α' 263). - Με το άρθρ. 2 της Φ.41/444/1-12 Ιουν. 1992 (ΦΕΚ Β' 386) απ. Υφυπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφ. (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Β' 422/3 Ιουλ. 1992, το ποσό της ελάχιστης μηνιαίας εισφοράς αυξήθηκε στις 8.800 δρχ. - Η περ. 9 της παρ. 1 προστέθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 18 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). - Οι περ. ζ'και θ' της παρ. 1, που είχαν επαναφερθεί σε ισχύ από το άρθρ. 12 Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4) τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 οι διατάξεις των περ. ζ' και θ' ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. - Τα εδάφ. ιβ, ιγ και ιδ της παρ. 1, όπως τα ποσά αυτών είχαν αναπροσαρμοσθεί με Υπ. Αποφάσεις, τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 26 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). - Με την παρ. 1 της Φ.41/1192/21 Οκτ. - 3 Νοεμ. 1994 (ΦΕΚ Β' 825) απόφαση του Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφ. ορίστηκε ότι: "Από 1.1.95, τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφ. ιγ' και ιδ' της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/60 (ΦΕΚ Α' 164), καθώς και από τις διατάξεις του άρθρ. 30, παρ. 2 του ίδιου Ν.Δ/τος όπως τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Β.Δ. 798/61 (205 Α'), ως αυτά είχαν αντίστοιχα διαμορφωθεί με την Φ.41/οικ.776/6.4.1988 (207 Β') απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων καθώς και την 135/889/20.7.1988 (589 Β') κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών, αποδίδονται με ενιαίο ένσημο υπέρ Ταμείου Νομικών και ΚΕΑΔ, του οποίου η αξία καθορίζεται ως εξής: α) Για παράσταση στο Ειρηνοδικείο, δρχ. 400. β) Για παράσταση στο Πρωτοδικείο, δρχ. 800. γ) Για παράσταση στο Εφετείο, δρχ. 1600. δ) Για παράσταση στον Αρειο Πάγο, δρχ. 3200. Από τα παραπάνω ποσά, ποσοστό 50% περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών και 50% στον ΚΕΑΔ". - Με την παρ. 2 άρθρ. 2 της Φ.135/889/20 Ιουλ. - 4 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β' 559) απ. Υπ. Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφ. και Οικον., ορίστηκε ότι: Τα κατά περίπτωση χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ' αποκομμάτων έχουν διαφορετικό χρωματισμό για τους παρά Πρωτοδίκαις δικηγόρους, διαφορετικό για τους παρ' εφέταις και διαφορετικό για τους παρ' Αρείω Πάγω, ανεξαρτήτως του βαθμού του Δικαστηρίου στο οποίο παρίστανται κάθε φορά. Το ποσοστό της περ. ις)αα ανακαθορίστηκε (από 1%) σε 1,30% με την παρ. 1 του άρθρ. 14 του Ν. 1512/85 (ΦΕΚ Α' 4). Από 1 Απρ. 1973, ο πόρος επί μεταβιβάσεως ορίζεται με το άρθρ. 4 παρ. 8 Ν.Δ. 1146/1972. - Επί των συμβολαιογραφικών πράξεων συστάσεως ιδρυμάτων κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του Ν.Δ. 1111/1972 και διαθέσεως προς τούτο περιουσίες, ο πόρος της διάταξης του υπεδ. αα, εδάφ. ιστ', μειώνεται στο 1/10 αυτού, δηλ. σε ποσοστό 1ο/οο επί της αξίας του αντικειμένου αυτών των πράξεων (Απόφ. Διγ/7442 της 25/28 Ιουλ. 1972 (ΦΕΚ Β' 532) Υπ. Εθν. Οικον., Οικονομ. και Κοινων. Υπηρεσιών). - Το υπεδάφ. ββ της παρ. 1, που είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 14 Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 25 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). - Η υπό του ανωτέρω εδαφ. γγ' της παρ. 1 προβελπομένη καταβολή των Συμβολαιογράφων υπέρ του Ταμείου Νομικών αυξήθηκε από 1 Μαρτ. 1966 σε 7,1/2% με την παρ. 1 άρθρ. 15 Ν. 4507/1966. - Με την παρ. 1 άρθρ. 4 Ν. 1090/14-15 Μαρτ. 1980, ΦΕΚ Α' 263, η καταβολή που προβλέπεται από το ανωτέρω υπεδάφιο γγ' από τους συμβολαιογράφους από ποσοστό από τα δικαιώματά τους υπέρ του Ταμείου Νομικών αυξάνεται από την 1 Ιαν. 1981, σε ποσοστό 8% και από την 1 Ιαν. 1983 σε ποσοστό 9%. - Το υπεδάφιο δδ' της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 4 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263. - Το ποσοστό του φόρου μεταβιβάσεως του υπεδαφίου εε' της παρ. 1 ορίσθηκε από 1 Ιαν. 1963 σε 9% με την παρ. 1 άρθρ. 33 Ν.Δ. 4242/1962, ορίζεται δε με την παρ. 2 ότι "τα οφειλόμενα στο Ταμείο Νομικών ποσά επί της διαφοράς μεταξύ του βάσει της δήλωσης και του οριστικά προσδιοριζομένου φόρου μεταβίβασης ακινήτων για τα έτη 1961 και 1962 αποδίδονται στο Ταμείο Νομικών καταβαλλόμενα σε δέκα ίσες ετήσιες δόσεις". Το χρηματικό ποσό που προβλέπεται από την περ. ιζ' της παρ. 1, όπως αναπροσαρμόστηκε με την Φ.41/850/20-3-1973 (ΦΕΚ Β' 371) κοινή υπουργική απόφαση αυξήθηκε κατά ποσοστό 50% από την Φ.41/3149/9-21 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Β' 769) απόφ. Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. Με την παρ. 3 της Φ.41/410/2-17 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β' 204) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοιν. Ασφαλίσεων ορίστηκε ότι: "Το χρηματικό ποσό που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφ. ιζ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 4114/1960, όπως αναπροσαρμόστηκε με την Φ.41/3.149/9.12.81 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών ορίζεται από δρχ. 7,50 σε δρχ. 15". - Με την παρ. 3 της Φ.41/οικ.776/6-15 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β'΄207) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, το χρηματικό ποσό που προβλέπεται από την περ. ιζ' της παρ. 1 αναπροσαρμόστηκε από δρχ. 15 σε δρχ. 60. Για την αναπροσαρμογή των ποσών του υπεδαφίου ιθ' της παρ. 1, βλ. άρθρ. 3 παρ. 2 της Φ.41/19/1977 απ. Υπ. Συντονισμού, Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών. Τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται από την περ. ιθ' της παρ. 1, όπως αναπροσαρμόστηκαν με την Φ.41/19/18-3-1977, απ. Υπ. Συντονισμού, Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών, αυξήθηκαν κατά ποσοστό 50% από την Φ.41/3149/9-21 Δεκ. 1981 (ΦΕΚ Β' 769) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών. - Με την παρ. 2 της Φ.41/410/2-17 Απρ. 1985 (ΦΕΚ Β' 204) απόφ. Υπ. Οικονομικών και Κοιν. Ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά της περ. ιθ' αυξήθηκαν αντίστοιχα ως εξής: "α) Των δρχ. 6 σε δρχ. 12, β) Των δρχ. 12 σε δρχ. 24, γ) Των δρχ. 30 σε δρχ. 60". Με την παρ. 2 της Φ.41/οικ.776/6-15 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β' 207) απόφ. Υπουργ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, τα ποσά που προβλέπονται από την περ. ιθ' της παρ. 1 αυξήθηκαν αντίστοιχα ως εξής: "α) Των δρχ. 12 σε δρχ. 30, β) Των δρχ. 24 σε δρχ. 60, γ) Των δρχ. 60 σε δρχ. 100" . - Τα δικαιώματα του Ταμείου από ποινές, έξοδα και τέλη που επιβάλλονται από τα ποινικά και στρατιωτικά δικαστήρια καταργήθηκαν από την περίπτ. ιβ' της παρ. 1 άρθρ. 15 Ν. 663/1977. - Η περ. κστ' της παρ. 1 που είχε επαναφερθεί σε ισχύ από το άρθρ. 12 Ν. 1512/1985, (ΦΕΚ Α' 4), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 οι διατάξεις της περ. κστ' ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. - Η τρίτη περίοδος της παρ. 2 καταργήθηκε με την περ. α' άρθρ. 18 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263. - Η παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 Ν. 4507/1966. - Η παρ. 7 η οποία επαναφέρθηκε σε ισχύ από το άρθρ. 12 Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 άνω άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 οι διατάξεις της άνω παρ. 7 ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. - Η παρ. 8 που είχε προστεθεί με το άρθρο 13 Ν. 1512/85 και τροποποιήθηκε από το άρθρ. 20 Ν. 1759/88, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 37 Ν. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88). - Η παρ. 9 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 24 Ν. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230). - Με την παρ. 2 άρθρ. 24 Ν. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230), ορίστηκε ότι: "Το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ., τα ν.π.ι.δ., καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων" έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων και τον Κ.Ε.Α.Δ. ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολουμένων σε αυτά δικηγόρων. Η υποχρέωση καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1.1.93 και ισχύει για τους μέχρι 31.12.92 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους". - Το πρώτο μέσα σε "' εδάφιο της παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 37 Ν. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88). - Η παραπάνω εισφορά αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο μήνα Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραπάνω διάταξης θα ρυθμιστούν με κοινή απόφαση των συναρμοδίων Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης. Για τον τρόπο απόδοσης της ετήσιας συνταξιοδοτικής εισφοράς των δικηγόρων που απασχολούνται στο Δημόσιο και στα Ν.Π.Δ.Δ., βλ. την Φ.41/108/90 (ΦΕΚ Β' 116). - Οι παρ. 8 και 9 προστέθηκαν από το άρθρο 13 του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4). Στο τέλος του παρόντος άρθρου προστίθεται παρ. 10 με το άρθρο 1 του ΠΔ 293/1998 (ΦΕΚ Α 212).

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

1. Οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται:

"α. Εκ μηνιαίας εισφοράς των εμμίσθων ησφαλισμένων καθοριζομένης εις

ποσοστόν 8% της πρώτης και 5% της δευτέρας τάξεως ησφαλισμένων επί του

εκάστοτε βασικού μισθού των, της εισφοράς ταύτης μη δυναμένης να είναι

ανωτέρας της αντιστοιχούσης εις τον βασικόν μισθόν του 2ου βαθμού της

ιεραρχίας δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων.

β. Εκ μηνιαίας εισφοράς των εν αναστολή ασκήσεως της δικηγορίας

τελούντων, ως και των δικηγόρων τακτικών καθηγητών των πανεπιστημίων ή

ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εκ ποσοστού 4% επί του εις τούτους

καταβαλλομένου κατά μήνα βασικού μισθού, ή εν μη καταβολή μισθού, ή εν

μη καταβολή μισθού επί της αποζημιώσεως ή εξόδων παραστάσεως, ήτις εν

ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατωτέρα της εκάστοτε προβλεπομένης

δι' άμισθον ησφαλισμένον Α' τάξεως ουδέ ανωτέρα του διπλασίου αυτής.

Η εισφορά αύτη αποδίδεται υπό της μισθοδοτούσης αρχής δια παρακρατήσεως

εκ των ως άνω απολαυών του υποχρέου.

γ.1) Εκ μηνιαίας εισφοράς των δικηγόρων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων,

εισπραττομένης δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου δι' επικολλήσεως εν

αυτώ των αποκομμάτων εξ ενσήμων του Ταμείου, περί ων τα εδάφ. ιβ', ιγ'

και ιδ' του παρόντος άρθρου αναφερομένων πόρων, αντιπροσωπευόντων

αξίας ισόποσον προς ποσοστόν 2% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του

Εφέτου.

Το εν λόγω ποσοστόν αναπροσαρμόζεται από 1ης Ιαν. 1982 εις 3%, από 1ης

Ιαν. 1983 εις ποσοστόν 4% και από 1ης Ιαν. 1984 εις ποσοστόν 5%.

Τα κατά την παρούσαν περίπτωσιν χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ'

αποκομμάτων έχουν ροδόχρουν χρωματισμόν δια τους παρά πρωτοδίκαις

δικηγόρους, φαιόχρουν δια τους παρ' εφέταις και κυανόχρουν δια τους

παρ' Αρείω Πάγω, ανεξαρτήτως του βαθμού του Δικαστηρίου, εις το οποίον

παρίσταται, ή της χρησιμοποιήσεως τούτων παρά των εν λόγω προσώπων κατά

τας διατάξεις του παρόντος.

Ομοίως διάφορον χρωματισμόν έχουν τα χρησιμοποιούμενα ένσημα μετ'

αποκομμάτων παρά των υποθηκοφυλάκων, έτερον δε παρά των δικολάβων και

δικαστικών επιμελητών.

Κατά πάσαν περίπτωσιν αναγράφεται επί των ενσήμων και η αντίστοιχος

προς τα ανωτέρω ένδειξις, φέρουν δε ταύτα τας αυτάς ως και σήμερον

παραστάσεις. Η ισχύς της παρούσης παραγράφου ως προς τον διαχωρισμόν

των χρωμάτων των ενσήμων άρχεται από 1ης Μαΐου 1981.

2) Η μηνιαία εισφορά των δικολάβων και των αμίσθων δικαστικών

επιμελητών ορίζεται εις ποσοστόν 80% των κατά την προηγουμένην

περίπτωσιν αναφερομένων ποσοστών.

3) Η μηνιαία εισφορά των εις το παρόν εδάφιον αναφερομένων προσώπων,

των υπαγομένων το πρώτον εις την ασφάλισιν του Ταμείου από της 1ης Ιαν.

1981 και δια τους πρώτους 60 μήνας από της ενάρξεως ασφαλίσεώς των

ορίζεται εις το ήμισυ της εκάστοτε ισχυούσης εισφοράς της τάξεως εις ην

ανήκουν και αποδίδεται δι' ενσήμων κατά τα εις τας προηγουμένας

περιπτώσεις οριζόμενα.

Προκειμένου περί των υπαχθέντων εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 1ης

Ιαν. 1976 και εφεξής η κατά τα ανωτέρω μειωμένη εισφορά καταβάλλεται

μέχρι συμπληρώσεως 60 μηνών από της ενάρξεως της ασφαλίσεώς των.

"5) Εάν το σύνολο των αποκομμάτων ενσήμων που επικολλήθηκαν με τον πιο

πάνω τρόπο δεν καλύπτει στο ολόκληρο το παραπάνω ελάχιστο όριο

εισφοράς, οι υπόχρεοι οφείλουν να συμπληρώνουν το υπόλοιπο ποσό, με

επικόλληση αποκομμάτων ολοκλήρων των ενσήμων που απαιτούνται ή με

εφάπαξ καταβολή σε χρήμα".

6) Εις τήρησιν ασφαλιστικού βιβλιαρίου υπόκεινται πάντες οι άμισθοι

ησφαλισμένοι του Ταμείου από της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν,

εξαιρέσει των συμβολαιογράφων, των τελούντων εν αναστολή της ασκήσως

του επαγγέλματος δικηγόρων, των δικηγόρων καθηγητών ανωτάτων σχολών, ως

και των αμίσθων δικαστικών επιμελητών δια τον χρόνον κατά τον οποίον οι

τελευταίοι ούτοι τυγχάνουν έμμισθοι.

Δι' ασφαλιστικών βιβλιαρίων εφοδιάζονται οι υπόχρεοι προς τήρησιν εντος

των δύο πρώτων μηνών εκάστου ημερολογιακού έτους επί τη συγχρόνω υπό

τούτων παραδόσει του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του προηγουμένου έτους.

7) Ο τύπος των κατά το παρόν εδάφιον ενσήμων, ως και ο τύπος και ο

τρόπος τηρήσεως του ασφαλιστικού βιβλιαρίου, δύναται ν' ανακαθορίζωνται

δι' αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου.

8) Τα κατά το παρόν εδάφιον ποσοστά εισφορών δύναται ν' αυξάνωνται δι'

αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον γνώμην του

διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου".

"9. Το ασφαλιστικό βιβλιάριο, που προβλέπεται από τις περ. 1 και 6 του

εδαφίου αυτού, θα παραδίδεται από μεν τους δικηγόρους Αθηνών στα

γραφεία του Ταμείου, από δε τους δικηγόρους της λοιπής Επικράτειας

στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους, σύμφωνα με τη διαδικασία που

ορίζεται ειδικότερα στην προαναφερόμενη περ. 6 του παρόντος. Οι

τελευταίοι αυτοί φορείς έχουν την υποχρέωση, το αργότερο μέχρι το τέλος

Μαΐου κάθε χρόνου, να παραδίδουν στο Ταμείο τα ασφαλιστικά βιβλιάρια

που παρέλαβαν από τα μέλη τους, μαζί με τις καταστάσεις των έμμισθων

δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, σύμφωνα

με τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ 4 Α'). Οι άμισθοι

υποθηκοφύλακες, δικολάβοι και άμισθοι δικαστικοί επιμελητές θα

παραδίδουν τα ασφαλιστικά βιβλιάρια στα οικεία ειρηνοδικεία, τα οποία

θα στέλνουν στο Ταμείο μέσα στην ίδια παραπάνω προθεσμία".

δ) Εκ κρατήσεως υπό των αρμοδίων υπηρεσιών δια λογαριασμόν του Ταμείου,

των του πρώτου μηνός αποδοχών του διοριζομένου εις έμμισθον υπηρεσίαν,

ως εκ της οποίας καθίσταται ησφαλισμένος του Ταμείου, κατά τας

διατάξεις του παρόντος, ή της διαφοράς αποδοχών, εν η περιπτώσει ήτο

ούτος ησφαλισμένος της κατηγορίας εμμίσθων.

Διαφορά αποδοχών νοείται η μεταξύ των αποδοχών της νέας θέσεως και της

ην προηγουμένως κατείχε.

Η ανωτέρω κράτησις δύναται να γίνηται εις εξ ίσας μηνιαίας δόσεις από

του διορισμού.

ε)-ς) (Καταργήθηκαν με την περ. β' άρθρ. 36 Ν. 730/1977).

ζ) Από την εισφορά που οφείλεται για το διορισμό σε θέση άμισθου

ασφαλισμένου Α' και Β' τάξης.

Η εισφορά αυτή, για τους ασφαλισμένους Α' τάξης, είναι ίση με το ποσό 3

ελάχιστων μηνιαίων εισφορών δικηγόρου, με χρόνο υπηρεσίας κάτω από 5

χρόνια, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης

διορισμού. Προκειμένου για το διορισμό άμισθου ασφαλισμένου Β' τάξης, η

εισφορά διορισμού ορίζεται στα 80% της παραπάνω εισφοράς άμισθου

ασφαλισμένου Α' τάξης.

Στην περίπτωση διορισμού απευθείας στο εφετείο ή στον Αρειο Πάγο η

παραπάνω εισφορά ορίζεται στο ισόποσο 12 και 24, αντίστοιχα, εισφορών

δικηγόρου με χρόνο υπηρεσίας κάτω από πέντε χρόνια. Η μη καταβολή των

παραπάνω ποσών συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης διορισμού".

η) (Καταργήθηκε με την περ. α' του άρθρ. 18 του Ν. 1090/1980, ΦΕΚ Α'

263).

"θ) Από την εισφορά που οφείλεται, για την προαγωγή δικηγόρου στο

εφετείο και στον Αρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, που είναι ίση

με το ποσό 5, 10 κα ι15 αντίστοιχα ατομικών εισφορών δικηγόρου, όπως

αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για προαγωγή.

Η μη καταβολή των παραπάνω ποσών συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης

διορισμού".

ι-ια) (Καταργήθηκαν με την περ. α' άρθρ. 18 Νόμ. 1090/14-15 Νοεμ. 1980,

ΦΕΚ Α' 263).

"ιβ) Με καταβολή από το δικηγόρο ή δικολάβο δρχ. 60, κατά την υποβολή

οποιασδήποτε αίτησης ή δικογράφου και κάθε υπομνήματος που απευθύνεται

στο Ταμέίο Νομικών, στους δικηγορικούς και συμβολαιογραφικούς συλλόγους

και συλλόγους δικαστικών επιμελητών, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή στους

οργανισμούς και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που υπάγονται στο

Υπουργείο αυτό, στο ειρηνοδικείο, πταισματοδικείο, τους γραμματείς

αυτών των δικαστηρίων, στο Ειδικό Ληξιαρχείο, στον ειρηνοδίκη,

πταισματοδίκη ή υποθηκοφύλακα, καθώς και κατά την άσκηση οποιουδήποτε

ένδικου μέσου. Από δρχ. 120 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα που

απευθύνονται στο πρωτοδικείο, το μονομελές ή πολυμελές

πλημμελειοδικείο, το διοικητικό πρωτοδικείο, τους γραμματείς αυτών των

δικαστηρίων, κάθε επιτροπή που εκδικάζει υποθέσεις οποιασδήποτε

διοικητικής και οικονομικής φύσεως πρώτου βαθμού, στο αγορανομικό

δικαστήριο, στους προέδρους και τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων,

καθώς και στους εισαγγελείς, επιτρόπους, ανακριτές και εισηγητές που

έχουν την έδρα τους σ' αυτά.

Από δρχ. 210 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα που απευθύνονται στο

εφετείο, στρατοδικείο, ναυτοδικείο ή αεροδικείο, στους προέδρους και

τους γραμματείς αυτών των δικαστηρίων, τους εισαγγελείς, επιτρόπους,

ανακριτές και εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ' αυτά, καθώς και σε

κάθε επιτροπή που εκδικάζει υποθέσεις οποιασδήποτε διοικητικής ή

οικονομικής φύσεως σε δεύτερο βαθμό.

Από δρχ. 420 στα παραπάνω έγγραφα και ένδικα μέσα, που απευθύνονται στο

Συμβούλιο της Επικρατείας, τον Αρειο Πάγο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το

Ακυρωτικό Διοικητικό Εφετείο, το Στρατιωτικό Αναθεωρητικό Δικαστήριο

και Κακουργιοδικείο, στους προέδρους και γραμματείς αυτών των

δικαστηρίων, καθώς και τους εισαγγελείς, επιτρόπους και εισηγητές που

έχουν την έδρα τους σ' αυτά.

ιγ) Με καταβολή δρχ. 60 από το δικηγόρο ή δικολάβο για την πρώτη

εγγραφή υπόθεσης στα πινάκια του ειρηνοδικείου, καθώς και κάθε

μεταγενέστερη εγγραφή στα πινάκια αυτά, που γίνεται ύστερα από αναβολή,

δρχ. 120 στα πινάκια μονομελούς, πολυμελούς ή διοικητικού πρωτοδικείου,

δρχ. 210 στα πινάκια του εφετείου και δρχ. 420 στα πινάκια του

Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου

και του Ακυρωτικού Διοικητικού Εφετείου.

ιδ) Με καταβολή 60 δραχμών από το δικηγόρο ή δικολάβο για κάθε

παράστασή του, στο ειρηνοδικείο και το πταισματοδικείο ή τον ειρηνοδίκη

και τον πταισματοδίκη, τον ανακριτικό υπάλληλο, το συμβολαιογράφο κατά

τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού ή όταν ενεργεί οποιαδήποτε πράξη.

Από δρχ. 120, για κάθε παράσταση στο πρωτοδικείο, στο μονομελές

πλημμελειοδικείο, το διοικητικό πρωτοδικείο, οποιαδήποτε επιτροπή

δεύτερου βαθμού, στο αγορανομικό δικαστήριο, στους προέδρους αυτών των

δικαστηρίων, στον εισαγγελέα, δικαστή, ανακριτή εισηγητή, επίτροπο,

δικαστικό συμβούλιο, ανακριτικό υπάλληλο και γενικά σε κάθε δικαστική

αρχή καθώς και σε κάθε παράσταση κατά την απογραφή πραγμάτων πτώχευσης,

σφράγιση, αποσφράγιση και κατάθεση εγγράφων στο γραμματέα της

πτώχευσης.

Από δρχ. 210, για κάθε παράσταση στο εφετείο, στρατοδικείο ή

ναυτοδικείο τον πρόεδρο αυτών των δικαστηρίων καθώς και τους

εισαγγελείς, επιτρόπους, ανακριτές και εισηγητές που έχουν την έδρα

τους σ' αυτά.

Από δρχ. 420, για κάθε παράσταση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τον

Αρειο Πάγο, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ακυρωτικό Διοικητικό Εφετείο, το

Στρατιωτικό Αναθεωρητικό Δικαστήριο και Κακουργοδικείο, τους προέδρους

αυτών των δικαστηρίων, καθώς και τους εισαγγελείς, επιτρόπους και

εισηγητές που έχουν την έδρα τους σ' αυτά".

ιε) Εκ καταβολής ποσού ίσου προς 20% επό του καταβαλλομένου εκάστοτε

ποσού λόγω δικαστικού ενσήμου αγωγής ή άλλου δικογράφου υποκειμένου εις

δικαστικόν ένσημον κατά τας οικείας διατάξεις. Η μη πληρωμή επάγεται

οίας συνεπείας και η μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου κατά τα εν

άρθρ. 8 του Ν. ΓπΟΗ'/1912 "περί δικαστικού ενσήμου" ως ετροποποιήθη υπό

του Ν. 235/1914 οριζόμενα.

ις)αα) Εκ καταβολής ποσοστού (1%) επί της αξίας του αντικειμένου πάσης

συμβάσεως δια συμβολαιογραφικού εγγράφου καταρτιζομένης, πλην των εν τω

παρόντι εξαιρέσεων, ως και πάσης εξοφλήσεως απαιτήσεως δια

συμβολαιογραφικού εγγράφου γεγινομένης ή συναινέσεως προς εξάλειψιν

υποθήκης ή προσημειώσεως, εφ' όσον κατά την κατάρτισιν της σχέσεως δι'

ην η εξόφλησις, η υποθήκη, ή προσημείωσις, δεν κατεβλήθη το ως ανωτέρω

αναλογικόν δικαίωμα.

Κατ' εξαίρεσιν το άνω δικαίωμα περιορίζεται:

1. Επί εργολαβικών συμβάσεων εν αις εις των συμβαλλομένων είναι το

Δημόσιον, Δημόσιαι εν γένει Υπηρεσίαι, Ιδρύματα και Οργανισμοί ή νομικά

πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εις 1/2 επί τοις εκατόν.

2. Επί συμβολαιογραφικών πράξεων ιδρύσεως Ιδρυμάτων Φιλανθρωπικών και

Κοινοφελών σκοπών εις το 1/4.

3. Επί πράξεων συμβιβασμού, αφορωσών κληρονομίας, κληροδοσίας και

δωρεάς προς το Κράτος και Κοινωφελή Ιδρύματα ή σκοπούς διεπομένους υπό

του Α.Ν. 2039/1939, ως ετροποποιήθη, εις το 1/2 μη δυνάμενα να υπερβούν

τας δραχ. 1.000.

4. Επί περιπτώσεων, καθ' ας κατά τας κειμένας διατάξεις περιορίζεται

τούτο ή θεσπίζονται απαλλαγαί.

"ββ. Με την καταβολή ποσοστού 5% επί του ποσού κάθε συνιστώμενης

εμπορικής εταιρείας, όπως αυτό προσδιορίζεται από την αρμόδια

οικονομική εφορία για τη δημοσίευση των καταστατικών των εταιρειών

αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 42-46 του Εμπορικού Νόμου.

Στην καταβολή του ίδιου ποσοστού υπόκειται κατά τη δημοσίευσή τους

σύμφωνα με τα παραπάνω:

(Ι) Η αύξηση των κεφαλαίων που γίνεται με τροποποίηση των καταστατικών

των πιο πάνω εταιρειών, καθώς και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης,

εφ' όσον η αύξηση των κεφαλαίων των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης

γίνει μέσα σε προθεσμία 12 μηνών από τη σύστασή τους.

(2) Το κεφάλαιο όσων ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιρειών μετατρέπονται

σε ανώνυμες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και αντίστροφα και

(3) Οι πράξεις παράτασης του χρόνου διάρκειας των εταιρειών.

Στην περίπτωση αυτήν το παραπάνω ποσοστό καταβάλλεται για το ποσό

κεφαλαίων των εταιρειών για το οποίο οφείλεται το οικείο τέλος

χαρτοσήμου.

Το οφειλόμενο, από τις προηγούμενες διατάξεις, δικαίωμα του Ταμείου

δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από το μισό του

κατώτατου ορίου του τέλους χαρτοσήμου, που προβλέπεται κάθε φορά για τα

καταστατικά εταιρειών.

Κάθε άλλη τροποποίηση καταστατικού καθώς και η διάλυση εταιρείας

υπόκειται σε πάγιο δικαίωμα του ταμείου δρχ. 100".

γγ) Εκ καταβολής ποσοστού (5%) εκ των, κατά τας κειμένας διατάξεις,

παρά των συμβολαιογράφων επί παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου,

εισπραττομένων αναλογικών δικαιωμάτων.

Κατ' εξαίρεσιν, εις τας κατωτέρω περιπτώσεις καταβάλλεται υπό των

Συμβολαιογράφων:

1) Εκ του εισπραττομένου, κατά τας κειμένας διατάξεις, υπό του

Συμβολαιογράφου δικαιώματος δια την ενέργειαν πλειστηριασμού ως και του

τοιούτου επί ματαιώσει του πλειστηριασμού επερχομένη μετά την

δημοσίευσιν της περιλήψεως προγράμματος πλειστηριασμού, ή δια την

σύνταξιν απογραφής ή καταστατικού ανωνύμου εταιρείας, το ήμισυ.

2) Εκ των δικαιωμάτων του Συμβολαιογράφου δια την σύνταξιν δημοσίας

διαθήκης ή πίνακος κατατάξεως δρχ. 50.

"δδ. Εκ ποσοστού 5% επί των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων δι'

επικολλήσεως ενσήμου αναλόγου αξίας:

1. Επί πάσης συντασσομένης συμβολαιογραφικής πράξεως ή συμβολαίου,

εξαιρέσει των εν τω προηγουμένω υπεδαφ. γγ' αναφερομένων και του

κανονισμού πολυωρόφου κτιρίου, και

2. Επί παντός εκδιδομένου αντιγράφου ή αποσπάσματος".

εε) Εκ καταβολής ποσοστού (10%) "9%" επί του επί τη βάσει της δηλώσεως,

καταβαλλομένου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων, πλην των κατά

τας κειμένας διατάξεις εξαιρέσεων.

Εν περιπτώσει οριστικού καθορισμού υπό της αρμοδίας Οικον. Εφορίας ή

άλλης εντεταλμένης αρχής μείζονος αξίας, η διαφορά μεταξύ του

καταβληθέντος τω Ταμείω δικαιώματος και του προκύπτοντος τοιούτου εκ

του οριστικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας, υπολογιζομένης υπό

της αρμοδίας αρχής, συνεισπράττεται μετά της διαφοράς του σχετικού

φόρου ή τέλους.

Η διαφορά αύτη οφείλεται και προκειμένου περί των εν εδαφ. ις' (αα)

συμβάσεων.

ιζ) Εκ καταβολής δραχ. 3 δια πάσαν εν πρωτοτύπω καταχώρισιν γενομένην

υπό παντός αμίσθου Υποθηκοφύλακος ή αναπληρωτού αυτού καταβαλλομένων

υπό τούτου (του Υποθυκοφύλακος) άμα τη καταχωρίσει.

ιη) Εκ ποσοστού 2,5 τοις χιλίοις επί της αξίας του αντικειμένου, δια

την μεταγραφήν πάσης πράξεως μεταβιβάσεως ακινήτου ή οιουδήποτε

εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, καταβαλλομένου υπό του προς ον η

μεταβίβασις εις τον συντάσσοντα το σχετικόν συμβόλαιον Συμβολαιογράφον,

υπ' ευθύνη του, εξαιρέσει των εξ επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεων ακινήτων

ή εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εν τω Ν. 1587/50 αναφερομένων και των

περιπτώσεων, καθ' ας, δυνάμει νόμων, θεσπίζεται ειδικώς μείωσις ή

απαλλαγή από του δικαιώματος τούτου.

Εν περιπτώσει οριστικού καθορισμού υπό της αρμοδίας Οικ. Εφορίας ή

άλλης εντεταλμένης αρχής μείζονος αξίας, η διαφορά μεταξύ του

καταβληθέντος τω Ταμείω δικαιώματος και του προκύπτοντος τοιούτου εκ

του οριστικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας, υπολογιζομένη υπό

της αρμοδίας αρχής, συνεισπράττεται μετά της διαφοράς του σχετικού

φόρου ή τέλους.

ιθ) Εκ δρχ. 2,50 δι' εκάστην επίδοσιν, του ημίσεος δε δι' επιδόσεως, το

αποδεικτικόν των οποίων δεν υπόκειται εις τέλος χαρτοσήμου,

εξαιρουμένων των αφορωσών ποινικά δικόγραφα ή άλλα έγγραφα δημοσίων

αρχών, και δρχ. 6 δια παν πρόγραμμα πλειστηριασμού ή επαναληπτικόν

τοιούτον, δια πάσαν έκθεσιν κηρύξεως, εξώσεως, αποβολής, εγκαταστάσεως,

προσωποκρατήσεως, ως και δια διαμαρτυρικόν οιονδήποτε, καταβαλλομένων

υπό του ενεργούντος τας πράξεις ταύτας δικαστικού κλητήρος ή άλλου

οργάνου.

Οι δικαστικοί κλητήρες υποχρεούνται, εις την τήρησιν μητρώου επιδόσεων

δι' εκάστην των άνω περιπτώσεων και ετέρου εκθέσεων χορηγουμένων αυτοίς

υπό του Ταμείου επί καταβολή του αντιτίμου.

κ-κβ) Καταργήθηκαν από την περίπτ. α' άρθρ. 18 Ν. 1090/14-15 Νοεμ.

1980, ΦΕΚ Α' 263.

κγ) Εκ ποσού ίσου προς 15% επί του ποσού της επιβαλλομένης χρηματικής

ποινής ή προστίμου και συναφών δικαστικών εξόδων και τελών παρά του

Συμβουλίου της Επικρατείας, παρά του Αρείου Πάγου, παρ' Εφετείου, ή των

τακτικών Φορολογικών Δικαστηρίων οιουδήποτε βαθμού ή παρ' οιουδήποτε

Δικαστηρίου Φορολογικών παραβάσεων ή Φορολογικών Επιτροπών, και εν

γένει, Δικαστηρίων ή Δικαστού, ως και ποσού ίσου προς 15% επί του

οριζομένου ποσού προς μετατροπήν επιβληθείσης εις τινα πόινής,

εισπραττομένων μετά του προστίμου κλπ.

κδ) (Καταργήθηκε από την περ. ιγ' της παρ. 1 άρθρ. 15 Ν. 633/1977).

κε) Εκ των προσόδων της διαχειρίσεως εν γένει της περιουσίας του

Ταμείου.

"κστ) Από την εισφορά για τη σύναψη γάμου, όπως αυτή καθορίζεται από

τις διατάξεις του άρθρ. 12 του ν.δ. 4114/1960, όπως αυτές ισχύουν κάθε

φορά".

κζ) Εκ των εσόδων των προερχομένων εκ της εκδόσεως υπό του Ταμείου

Δικαστικής εφημερίδος ή περιοδικού (Δελτίου).

κη) Εκ των εσόδων των προερχομένων εκ της διαχειρίσεως των εγγυήσεων

των Συμβολαιογράφων.

κθ) Εκ των προς το Ταμείον δωρεών ή κληροδοτημάτων.

κι'. (Η περ. κι', που είχε προστεθεί από το άρθρ. 23 Ν. 1759/1988 ΦΕΚ

Α' 50, καταργήθηκε από την περ. β' παρ. 8 άρθρ. 22 Ν. 1868/10-10 Οκτ.

1989, ΦΕΚ Α' 230).

2. Εις την πληρωμήν των υπό στοιχ. ια', ιβ', ιγ' και ιδ' αναγραφομένων

δεν υπόκεινται οι κατά Νόμον εκπροσωπούντες το Δημόσιον ενώπιον

Δικαστηρίου Δημόσιοι Υπάλληλοι, ως και οι επί παγία αντιμισθία

αμειβόμενοι πληρεξούσιοι των κρατικών Ταμείων, Ιδρύματος Κοινωνικών

Ασφαλίσεων και Οργανισμών εν γένει Κοινωνικής Ασφαλίσεως.

3. Απαλλάσσεται της πληρωμής του υπό στοιχ. ιδ' πόρου ο εξ επαγγέλματος

διοριζόμενος συνήγορος κατηγορουμένου επ' ακροατηρίω.

4. Ασφαλιστικαί εισφοραί οφείλονται και υπό των συμπληρωσάντων

τεσσαρακονταετή συντάξιμον υπηρεσίαν μέχρι και της εξόδου των εκ της

ασφαλίσεως. Αι μη καταβληθείσαι παρακρατούνται υποχρεωτικώς εκ της

συντάξεως. (Η τοιούτω τρόπω εξόφλησις των μη καταβληθεισών εισφορών δεν

παρέχει δικαίωμα εις προσαύξησιν της συντάξεως κατά το άρθρ. 19).

5. "Αι εν τω άρθρ. 10 παρ. 1η εδαφ. γ, ζ, ιβ, ιγ, ιδ, ιζ, ιθ, αι εν τω

αυτώ άρθρ. 10 παρ. 7 και αι εν άρθρ. 12, 23 και 35 εισφοραί

ησφαλισμένων αναπροσαρμόζονται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των

Υπουργών της Δικαιοσύνης και Οικονομικών μετά πρότασιν και σύμφωνον

γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Πάσαι αι λοιπαί εισφοραί

ησφαλισμένων, ως και πάντα γενικώς τα δικαιώματα του Ταμείου,

οπωσδήποτε καθοριζομένα, είτε εις ωρισμένον ποσόν ή ποσοστόν επί άλλων

ποσών, αναπροσαρμόζονται εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών

Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών μετά πρότασιν και σύμφωνον

γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου".

6. Καθυστερούμεναι ασφαλιστικαί υποχρεώσεις εν γένει ή δικαιώματα του

Ταμείου εξοφλούνται δια καταβολής των κατά τον χρόνον της πληρωμής

καθωρισμένον ποσών, δια την εξοφλουμένην υποχρέωσιν ή δικαίωμα του

Ταμείου.

"7. Η εγγύηση που παρέχεται από το συμβολαιογράφο, σύμφωνα με τις

διατάξεις του άρθρ. 6 του Ν. 670/1977 (ΦΕΚ 232), κατατίθεται στο

Ταμείο Νομικών και ορίζεται για το συμβολαιογράφο που διορίζεται σε

έδρα ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου σε ποσό ίσο με 20 και 30 αντίστοιχα

μηνιαίες εισφορές δικηγόρου, με χρόνο υπηρεσίας κάτω από 5 χρόνια, όπως

αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού.

Εφ' όσον πρόκειται για διορισμό συμβολαιογράφου στην έδρα των

Πρωτοδικείων Αθήνας, Πειραιά και Θεσ/νίκης η εγγύηση ορίζεται σε ποσό

ίσο με 40 μηνιαίες εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις

του προηγουμένου εδαφίου.

Δεν είναι δυνατός ο διορισμός του συμβολαιογράφου, εάν δεν έχει

επισυναφθεί στην αίτηση διορισμού του το γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο

της πιο πάνω εγγύησης.

Η εγγύηση επιστρέφεται άτοκα έξι μήνες μετά από την παραίτηση ή απόλυση

του συμβολαιογράφου, εφ' όσον ο συμβολαιογράφος δεν έχει οφειλές προς

το Ταμείο".

"8. Από τη συνολική αμοιβή του δικηγόρου, που οφείλεται σύμφωνα με τις

διατάξεις του άρθρ. 161 του Ν.Δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 235), όπως αυτές

ισχύουν κάθε φορά, ποσοστό 10% περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, από το

οποίο 7% δίδεται στον Κ.Ε.Α.Δ.. Το ποσό αυτό αποδίδεται στο Ταμείο

σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 20 του Ν. 1759/1988".

"9. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που

απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την

υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3% που υπολογίζεται

στο σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών των απασχολουμένων σ' αυτά

δικηγόρων, για το μέρος αυτών που αντιστοιχεί κάθε φορά στο μισθό του

13ου κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου και ποσοστό 5% για το επί

πλέον ποσό ή για οποιοδήποτε άλλο ποσοστό καθοριστεί μελλοντικά με

νόμο.

Η εισφορά αυτή αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο

του επόμενου μήνα από την ημερομηνία της υποχρέωσης προς καταβολή από

τον εντολέα.

Η απόδοση της παραπάνω εισφοράς γίνεται με κατάθεση του οφειλόμενου

ποσού είτε στο Ταμείο Νομικών είτε στα κατά τόπους υποκαταστήματα της

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για λογαριασμό του Ταμείου".

"10. Οι πόροι κι οι αξιώσεις του Ταμείου Νομικών που προβλέπονται από

τις διατάξεις της παρ.1 εδαφ. ιστ υπεδ.αα και γγ καθώς και του εδαφίου

ιη του άρθρου 10 του ν.δ.4114/60 (Α 164), αποδίδονται στο Ταμείο, το

πρώτο δεκαήμερο εκάστου μηνός για τις εισπράξεις του προηγουμένου

μηνός.

Η καταβολή από κάθε συμβολαιογράφο των πόρων και εισφορών αυτών, θα

γίνεται στο Κεντρικό Κατάστημα, ή σε οποιοδήποτε Υποκατάστημα της

Εθνικής Τραπέζης, στην οποία θα επιδεικνύεται αναλυτική κατάσταση των

συμβολαιογραφικών πράξεων, εκ των οποίων απορρέουν πόροι και αξιώσεις

κατά τις ως άνω διατάξεις, η κατάσταση δε αυτή, θα μονογράφεται από τον

αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας και θα σημειώνεται ο αντίστοιχος κωδικός

αριθμός κατάστασης.

Η ανωτέρω κατάσταση, συνοδευόμενη από φωτοτυπία της απόδειξης της

Τράπεζας, θα υποβάλλεται μέχρι την 15η του μήνα που γίνεται η πληρωμή,

υπό την ευθύνη του συμβολαιογράφου στο Ταμείο ή θα αποστέλλεται σ'

αυτό, με συστημένη επιστολή.

Με εσωτερική πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών,

καθορίζονται ο τύπος και οι λοιπές λεπτομέρειες των σχετικών μηνιαίων

καταστάσεων".



Αρθρο: 11

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΕΛΤΙΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Δελτίον Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Σχόλια
Η παρ. 3, η οποία είχε αντικατατασταθεί με την παρ. 8 άρθρ. 3 Ν. 1653/1986 (ΦΕΚ Α' 173), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε και πάλι με το άρθρ. 36 Ν. 2214/1994 (ΦΕΚ Α' 75). Το παρόν άρθρο διατηρήθηκε ρητά σε ισχύ με το άρθρ. 52 περ. ιδ' του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολ. Δικον. Β.Δ. 657/1971. Ορίσθηκε επίσης ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται για κάθε πλειστηριασμό που διεξάγεται στην περιφέρεια της τέως Διοίκησης Πρωτευούσης.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

1. Το ταμείον δύναται να εκδίδη δικαστική εφημερίδα ή περιοδικόν

(Δελτίον).

2. Εις την κατά την προηγούμενην παράγραφον εφημερίδα ή περιοδικόν,

εφ' όσον εκδίδεται, γίνονται, πλην των εν τη επομένη παραγράφω

εξαιρέσεων, πάσαι αι υπό του αστικού κώδικος, της πολιτικής δικονομίας

και παντός ετέρου νόμου διατασσόμεναι ή προβλεπόμεναι εν γένει, διά

φύλλου υπό της κυβερνήσεως ωρισμένου ή δια του τύπου εν γένει,

δημοσιεύσεις, ή η μία των δημοσιεύσεων τούτων, οπόταν διατάσσωνται ή

προβλέπωνται τοιαύται εις πλείονας εφημερίδας, ως και πρόσθετος

δημοσίευσις, εάν τοιαύτη ορίζηται δι' εφημερίδος εκδιδομένης εν

ωριεμένω τόπω πλην του της εκδόσεως της εφημερίδος ή δελτίου του

ταμείου.

"3. Οι δημοσιεύσεις των προβλεπομένων περιλήψεων από τα άρθρα 960,

961, 999 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας γίνονται από την εφημερίδα ή

περιοδικό της παρ. 1, εφόσον αυτές αφορούν πλειστηριασμούς ενεργούμενους

στις περιφέρειες των πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς. Το ίδιο ισχύει

και για τα προγράμματα πλειστηριασμού και τις ειδοποιήσεις που

προβλέπονται από τα άρθρα 42 παρ. 2 και 59 παρ. 2 του Ν.Δ. της

17ης Ιουλ./13ης Αυγ. 1923".

4. Η μη έκδοσις της εφημερίδος ή του δελτίου αποδεικνύεται δια

πιστοποιήσεως του προέδρου του Ταμείου.

5. Αι ημέραι εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδος ή δελτίου, η

τιμή κατά φύλλον τούτου, η ετησία συνδρομή των εις αυτά εγγραφομένων,

τα δικαιώματα εκάστης δημοσιεύσεως κατά στίχον και πάσα άλλη

λεπτομέρεια της εκδόσεως, λειτουργίας, καταχωρίσεως και κυκλοφορίας του

δελτίου ορίζονται εκάστοτε δι' αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του

Ταμείου, δημοσιευομένων εις το δελτίον τούτο.



Αρθρο: 12

Ημ/νία: 21.12.2006

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΓΑΜΟΥ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Αναγνώρισις Γάμου.

Σχόλια
Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του άνω άρθρ. 19 Ν. 1759/1988 οι διατάξεις της παρ. 2 ισχύουν από 1 Ιουλ. 1986. Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 Ν. 730/1977. Η παρ. 6 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 6 Ν. 730/1977. Για την εισφορά του παρόντος άρθρου βλ. και παρ. 2 άρθρ. 12 Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4) και την περ. κστ' παρ. 1 άρθρ. 10 Ν.Δ. 4114/1960, όπως επαναφέρθηκε σε ισχύ από την παρ. 1 άρθρ. 12 άνω Ν. 1512/1985.-Oι διατάξεις 2-9 του παρόντος άρθρου ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3518/2006 ΦΕΚ Α 272/21.12.2006.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

1. Απαντες οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι υποχρεούνται εις δήλωσιν

του παρ' αυτών τελεσθέντος ή τελουμένου γάμου, ως και των γεννήσεων,

νομιμοποιήσεων ή αναγνωρίσεων τέκνων.

«2,3,4,5,6,7,8,9 Παραλείπονται ως μη ισχύουσες"



Αρθρο: 13

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Τρόπος εισπράξεως εσόδων.

Σχόλια
Η παρ. 6 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 5 Ν. 2042/1992 (ΦΕΚ Α' 75). Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της άνω παρ. 2 άρθρ. 5 οι διατάξεις της παρ. 6 ισχύουν από 1 Ιαν. 1990. Με την Φ.41/1374/16 Φεβρ. - 11 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Β 137) απ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, εγκρίθηκε η διάθεση ενσήμων του Ταμείου Νομικών από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών καθώς και τα Ταμεία Προνοίας Πειραιά και Θεσσαλονίκης.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

1. Πάσα εξ οιασδήποτε αιτίας απαίτησις του Ταμείου είτε κατά των

ησφαλισμένων, είτε κατά τρίτου, δύναται να εισπράττηται και κατά τας

περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις δια των

Ταμιών του Δημοσίου.

Νόμιμος τίτλος προς είσπραξιν είναι δια το Ταμείον.

α) Ο υπό της αρμοδίας υπηρεσίας του Ταμείου προσδιορισμός του κατά τας

διατάξεις του παρόντος οφειλομένου και εισπρακτέου ποσού, του είδους

του εσόδου και της αιτίας, δι' ην οφείλειται.

β) Η υπό των Επιθεωρητών και Εποπτών εν γένει του Ταμείου βεβαίωσις εν

εκθέσει επιθεωρήσεως οφειλομένων, υπό ησφαλισμένων ή μη, εσόδων του

Ταμείου, υπό του παρόντος προβλεπομένων, μετά του επιβληθέντος, λόγω

κυρώσεως, προσθέτου ποσού.

γ) Η υπό του υπολόγου του Ταμείου εν εκθέσει του βεβαίωσις οφειλομένου,

παρά υποχρέου εις καταβολήν, πόρου του Ταμείου, ως και του δια την μη

καταβολήν επιβληθέντος τω ησφαλισμένω ή μη προσθέτου ποσού λόγω

κυρώσεως.

δ) Η οφειλή η αποδεικνυομένη εξ εγγράφων.

ε) Η οφειλή η προκύπτουσα εξ εγγράφων ιδιωτικών ή δημοσίων, παρεχόντων

βεβαίωσιν περί της υπάρξεως της οφειλής και του ποσού αυτής κατά την

έννοιαν του άρθρ. 255 Πολ. Δικονομίας.

2. Δια την είσπραξιν απαιτήσεων του Ταμείου εκ πάσης αιτίας επιτρέπεται

η κατάσχεσις εις χείρας του Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων, του

Ταμείου Προνοίας Αμίσθων Δικαστικών Κλητήρων, του Ταμείου Προνοίας

Δημοσίων Υπαλλήλων, των κατά τόπους Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων, ως και

παντός ετέρου Ταμείου Ασφαλίσεως, των υπ' αυτών οφειλομένων εις

οφειλέτην ησφαλισμένον ή την οικογένειαν αυτού εφ' άπαξ βοηθήματος ή

περιοδικής παροχής, της τελευταίας όμως ουχί πέραν των 3/4. Επίσης

επιτρέπεται η κατάσχεσις μέχρι του όλου των δικαιωμάτων οφειλετών

Συμβολαιογράφων, των εισπραττομένων επί των κατά τα άρθρ. 33 και 1 του

Ν.Δ. 652/1948, ως ούτοι μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν, κρατικών κλπ.

συμβολαίων, εις χείρας των εντεταλμένων την διαχείρισιν και διανομήν

τούτων, υποχρεουμένων να καταθέτωσιν, την επομένην της διανομής, παρά

τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος το κατασχεθέν ποσόν, δια λογαριασμόν του

Ταμείου και να αποστέλλωσιν άμα εις αυτό ονομαστικήν κατάστασιν των

οφειλετών Συμβολαιογράφων, καθ' ω εγένετο η κατάσχεσις, αναγραφομένου

έναντι του ονόματος εκάστου, του κατατεθέντος ποσού και

συναποστελλομένης της σχετικής αποδείξεως καταθέσεως.

3. Επί του Ταμείου εφαρμόζονται αι διατάξεις των κεφαλαίων Ζ (περί

υποθήκης) και

Θ' (Δικονομικαί διατάξεις) του Ν.Δ. της 17 Ιουλ./13 Αυγ. 1923 «περί

ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», ως τούτο ηρμηνεύθη και

ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 90/1936 και των μεταγενεστέρων τοιούτων, ως

και αι λοιπαί διατάξεις αυτού, εφ' όσον δεν αντίκεινται εις διατάξεις

του παρόντος.

4. Επιτρέπεται εις το Ταμείον όπως εκδίδη ειδικά ένσημα δια την

είσπραξιν των πόρων αυτού.

Δια Β.Δ/των εκδιδομένων εκάστοτε προτάσει των επί της Δικαιοσύνης και

Οικονομικών Υπουργών, μετά σύμφωνον γνώμην του Δ. Συμβουλίου του

Ταμείου, καθορίζονται ο τρόπος της εισπράξεως και αποδόσεως των πόρων,

ο τύπος, ο τρόπος τηρήσεως του ασφαλιστικού βιβλιαρίου περί ου το εδάφ.

γ' της παρ. 1 του άρθρ. 10 του παρόντος και των βιβλίων μητρώων

επιδόσεων και εκθέσεων, περί ων το εδάφ. ιθ' της αυτής παραγράφου του

ως άνω άρθρου, ως και πάσα σχετική προς ταύτα λεπτομέρεια, το όριον

εισπράξεως δι' ενσήμων ή δια διπλοτύπων, οι υπόλογοι της διαχειρίσεως

εν γένει, τα της επιβλέψεως, τα του τρόπου αποδόσεως των μετά των

Δημοσίων εσόδων συνεισπραττομένων, τα του τρόπου της επιβολής των υπό

του άρθρ. 29 προβλεπομένου διαχειριστικού ελέγχου, ως και πάσα

λεπτομέρεια αποσκοπούσα εις την κανονικήν και ταχείαν απόδοσιν εις το

Ταμείον των πόρων του, πλην των εν παρ. 5 και 6 του παρόντος ειδικώς

οριζομένων.

Ειδικώς προκειμένου περί των εν άρθρ. 10 παρ. 1 εδάφ. ις', ιη', κγ' και

κδ' συνεισπραττομένων μετά των δημοσίων εσόδων πόρων του Ταμείου, ούτοι

αποδίδονται μερίμνη των Δημοσίων Ταμείων εις το τέλος εκάστου μηνός απ

ευθείας εις το Ταμείον.

Δι' αποφάσεων του Διοικ. Συμβουλίου δύνανται ν' αυξάνονται εκάστοτε και

αι εν χρήσει κλάσεις των ειδικων ενσήμων εισπράξεως των πόρων αυτού.

5. Δι' αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται εκάστοτε ο

τρόπος της προμηθείας ενσήμων δια την είσπραξιν των πόρων, ο τύπος

αυτών, ο τρόπος της χρήσεως και διαχειρίσεως, της ακυρώσως αυτών, τα

δικαιούμενα προς απόληψιν της ειδικής προμηθείας πρόσωπα και εν γένει

πάσα σχετική λεπτομέρεια.

«6. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί με απόφασή του, που εγκρίνεται από

τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να αναθέτει με

προμήθεια ή άλλη αποζημίωση σε μία ή και περισσότερες από τις

αναγνωρισμένες τράπεζες ή τα ταχυδρομικά γραφεία, σε δημόσιους

υπαλλήλους ασφαλισμένους και μη, στα δημόσια ταμεία και τα Ταμεία

Προνοίας Δικηγόρων, καθώς και στους Δικηγορικούς Συλλόγους την είσπραξη

των πόρων του Ταμείου, την πώληση των ενσήμων και την πληρωμή των

παροχών.

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1/1/1990".



Αρθρο: 14

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Τοποθέτησις και διαχείρισις κεφαλαίων.

Σχόλια
Η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρ. 23 Ν. 1276/24-24 Αυγ. 1982 (ΦΕΚ Α' 100).

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

1. Η διάθεσις και η επένδυσις των κεφαλαίων του Ταμείου γίνεται

ελευθέρως δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένης κατ'

απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού, εφαρμοζομένων των Νόμων περί

ελέγχου της πίστεως. Η κατάθεσις των κεφαλαίων αυτού ενεργείται παρά τη

Τραπέζη της Ελλάδος ή παρ' άλλη ανεγνωρισμένη Τραπέζη υπό μορφήν

εντόκου καταθέσεως.

2. Τα κεφάλαια του Ταμείου επενδύονται ως εξής:

α) Εις χρεώγραφα του Κράτους.

β) Εις ομολογίας ή μετοχάς της Τραπέζης της Ελλάδος.

γ) Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Τραπέζης της Ελλαάδος.

δ) Εις ομολογίας ή μετοχάς της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος.

ε) Εις μετοχάς επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

ς) Εις δάνεια προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με ρήτραν χρυσού ή

δολλαρίου, εφ' όσον παρέχεται η εγγύησις του Κράτους.

ζ) Εις ομολογίας εκδιδομένας υπό επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, αίτινες

απολαύουσιν ειδικών προνομίων.

η) Εις αγοράν κεντρικών ακινήτων εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών.

θ) Εις δάνεια επί τόκω υφ' οιανδήποτε μορφήν εις φυσικά ή νομικά

πρόσωπα επί πρώτη υποθήκη πλήρους κυριότητος αστικών κτημάτων κειμένων

εντος των σχεδίων των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς, προκειμένου δε περί

δανείων εις ησφαλισμένους ή συνταξιούχους του Ταμείου και επί πρώτη

υποθήκη πλήρους κυριότητος αστικών ακινήτων κειμένων εντός των σχεδίων

των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και των προαστείων τούτων, ως

και των πόλεων εδρών Πρωτοδικείων.

ι) Εις προεξοφλήσεις επί τόκω 5% κατ' ανώτατον όριον εξ μηνών αποδοχών

των εμμίσθων ησφαλισμένων του Ταμείου και συντάξεων των συνταξιούχων

αυτού. Η απόδοσις τούτων γίνεται εις τριάκοντα εξ είσας μηνιαίας δόσεις

δια κρατήσεων εκ του μισθού ή της συντάξεως, ας υποχρεούται να ενεργώσι

καθ' έκαστον μήνα οι προϊστάμενοι των οικείων υπηρεσιών.

3. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται η χορήγησις απλών δανείων επί τόκω 4% εις

το προσωπικόν του Ταμείου, εξοφλουμένων δια μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών

δόσεων. Το ποσόν του ούτω χορηγουμένου δανείου δεν δύναται να υπερβή το

σύνολον των αποδοχών τριών μηνών, εν ουδεμιά δε περιπτώσει επιτρέπεται

η χορήγησις ετέρου δανείου προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του

προηγουμένου τοιούτου.

4. Επιτρέπεται εις το Ταμείον κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού

Συμβουλίου λαμβανομένης κατ' απόλυτον πλειοψηφίαν των μελών αυτού να

δανείζηται παρά φυσικών ή νομικών προσώπων επί υποθήκη των ακινήτων

αυτού ή επί ενεχύρω των χρεωγράφων του.

«5. Κατεξαίρεση επιτρέπεται η χορήγηση απλών δανείων με τόκο 4% σε

άμισθους ασφαλισμένους του Ταμείου Νομικών των περιοχών που επλήγησαν

από θεομηνίες κατά το έτος 1981».



Αρθρο: 15

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ-ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Ασφαλιστικόν σύστημα λειτουργίας του Ταμείου.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

1. Αι δαπάναι του Ταμείου δι' ασφαλιστικάς παροχάς και έξοδα

διαχειρίσεως καλύπτονται από 1 Ιαν. 1961 κατά το ασφαλιστικο -

οικονομικόν σύστημα της "καθαράς κατανομής, μετά δημιουργίας εγγυητικού

αποθεματικού κεφαλαίου". Αι εισφοραί των ησφαλισμένων θα καθορίζωνται

καθ' εκάστην περίοδον κατανομής, ούτως ώστε το ποσόν τούτων συν τω ποσώ

των λοιπών πόρων, μετά την αφαίρεσιν του δια το "εγγυητικόν κεφάλαιον"

ως κατωτέρω διατιθεμένου ποσοστού τούτων, να καλύπτη εκάστοτε τας

δαπάνας του Ταμείου, καθοριζομένας ως εν τη επομένη παραγράφω.

2. Περίοδος της κατανομής ορίζεται διετής.

Καθ' εκάστην διετίαν, αρχής γινομένης από 1 Ιαν. 1961, θα καταρτίζεται

σχέδιον ησφαλιστικών παροχών, ων τα ποσά θα ισοζυγίζωνται με τους

αντιστοίχους πόρους του Ταμείου μετά την αφαίρεσιν του δια το

"εγγυητικόν κεφάλαιον" ως κατωτέρω διατιθεμένου ποσοστού τούτων.

3. Το "Εγγυητικόν Αποθεματικόν Κεφάλαιον" σχηματίζεται εκ των κατά την

πρώτην εφαρμογήν του παρόντος επενδύσεων του Ταμείου εις ακίνητα και

χρηματόγραφα και προσαυξάνεται εκάστοτε δια ποσοστού 10% επί των

ακαθαρίστων εκ πάσης αιτίας πόρων του Ταμείου. Το Εγγυητικόν

Αποθεματικόν Κεφάλαιον δεν δύναται να διατεθή δι' ησφαλιστικάς δαπάνας

κατά τα πρώτα δέκα έτη από της εφαρμογής του παρόντος. Μετά την

παρέλευσιν της δεκαετίας το Κεφάλαιον τούτο δύναται να χρησιμοποιηθή

δια κάλυψιν ασφαλιστικών δαπανών του Ταμείου, εφ' όσον η σχέσις ετησίας

μέσης ατομικής εισφοράς των ησφαλισμένων προς την μέσην αντίστοιχον

σύνταξιν είναι μεγαλυτέρα του 1/4. Ως μέση ετησία ατομική εισφορά

θεωρείται το πηλίκον του συνόλου των ετησίων πόρων δια του αριθμού των

εν ενεργεία ησφαλισμένων.

4. Τα εκάστοτε διετή σχέδια κατανομής των δαπανών του Ταμείου

καταρτίζονται εντός του δευτέρου εξαμήνου του προηγουμένου της διετίας

έτους παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και εγκρίνονται δι'

αποφάσεως του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού.



Αρθρο: 16

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ-ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Ελεγχος, Λογιστικόν σύστημα.

 

Κείμενο Αρθρου

1. Μετά την λήξιν εκάστου λογιστικού έτους ενεργείται έλεγχος της

διαχειρίσεως του Ταμείου υπό τριμελούς Επιτροπής, συγκειμένης εξ ενός

ησφαλισμένου οριζομένου υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης, ως Προέδρου, ενός

υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών οριζομένου υπό του Υπουργού των

Οικονομικών και ενός ορκωτού λογιστού προβλεπομένου υπό του Ν.Δ.

3329/55.

Η Εξελεγκτική Επιτροπή ενεργεί τον έλεγχον εντός των γραφείων του

Ταμείου και υποβάλλει την σχετικήν έκθεσίν της προς το Υπουργείον

Δικαιοσύνης. Αντίγραφα ταύτης υποχρεούται να υποβάλη συγχρόνως προς τα

Διοικ. Συμβούλια του Ταμείου, των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς

και Θεσσαλονίκης, ως και του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου του Εφετείου

Αθηνών.

Εις έκαστον μέλος της ως άνω Εξελεγκτικής Επιτροπής καταβάλλεται υπό

του Ταμείου, λόγω αποζημιώσεως, ποσόν καθοριζόμενον εκάστοτε δια κοινής

αποφάσεως των επί της Δικαιοσύνης και Οικονομικών Υπουργών, μετά γνώμην

του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

2. Τον έλεγχον των αποφάσεων και πράξεων εν γένει της Διοικήσεως του

Ταμείου ασκεί εκάστοτε ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός δι' ενός ανωτέρου

δημοσίου υπαλλήλου.

3. Η λογιστική υπηρεσία του Ταμείου και η κατάρτισις του ετησίου

ισολογισμού αυτού ενεργείται κατά τας διατάξεις του Δ/τος της 27 Φεβρ.

1933 «περί της λογιστικής λειτουργίας των Οργανισμών Κοινωνικής

Ασφαλίσεως και του τρόπου της συντάξεως των Ισολογισμών αυτών».

4. Το Λογιστικόν έτος του Ταμείου άρχεται και λήγει κατά τας

αντιστοίχους ημερομηνίας τας ισχυούσας δια το Δημόσιον.



Αρθρο: 17

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ-ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Προϋποθέσεις απονομής συντάξεως εις Ησφαλισμένους.

Σχόλια
-Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην περ. ε' της παρ. 1 μειώθηκε από 10 σε 5 έτη με την παρ. 1 άρθρ. 7 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263. -Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 προστέθηκε με την παρ. άρθρ. 20 Ν. 4507/1966. -Η αληθής έννοια της παρ. 3 του άρθρ. 20 του ν. 4507/1966 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των Δικηγόρων κλπ. είναι ότι δικαιούνται των ευεργημάτων αυτής και οι εξελθόντες της ασφάλισης και ήδη Συνταξιούχοι Νομικοί, ανάπηροι ή ανίκανοι πολέμου, σύμφωνα με την περί αναπήρων πολέμου Νομοθεσία». (Αρθρ. 6 Ν.Δ. 4539/1966). -Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν με την παρ. 1 άρθρ. 31 Ν. 730/1977. Για την εφαρμογή αυτών βλ. παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου 31 Ν. 730/77.

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

1. Δικαίωμα εις μηνιαίαν σύνταξιν εκ του Ταμείου έχει ο ησφαλισμένος, ο

εξερχόμενος της ασφαλίσεως:

α) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 30ετή χρόνον ασφαλίσεως ασχέτως ηλικίας.

β) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 25ετή χρόνον ασφαλίσεως και ηλικίαν 60 ετών.

γ) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 20ετή χρόνον ασφαλίσεως και ηλικίαν 65 ετών.

δ) Εάν απολυθή της υπηρεσίας μετά 25ετή χρόνον ασφαλίσεως, ασχέτως

ηλικίας, εκτός αν η απόλυσις οφείλεται εις αποχήν εκ των καθηκόντων

του.

ε) Εάν έχη συμπεπληρωμένον (10)5 ετών χρόνον ασφαλίσεως και καταστή

σωματικώς ή διανοητικώς ανίκανος δια την άσκησιν της υπηρεσίας του.

ς) Εάν έχη συμπεπληρωμένον 10 ετών χρόνον ασφαλίσεως και απομακρυνθή

της υπηρεσίας λόγω ορίου ηλικίας, προκειμένου δε περί Δικηγόρου και

Δικολάβου μετά την συμπλήρωσιν του 70ού έτους της ηλικίας των.

ζ) Εάν απομακρυνθή της υπηρεσίας ησφαλισμένη μετά την συμπλήρωσιν

χρόνου ασφαλίσεως 25 ετών.

2. Ησφαλισμένοι κριθέντες ανάπηροι ή ανίκανοι λόγω τραυμάτων ή

κακουχιών πολέμου, συμφώνως της περί αναπήρων πολέμου Νομοθεσία,

εξερχόμενοι της ασφαλίσεως μετά δεκαετή χρόνον ασφαλίσεως δικαιούνται

συντάξεως αντιστοιχούσης προς 30ετή συντάξιμον υπηρεσίαν.

«Ούτοι επί πλέον της υπό της παραγράφου ταύτης χορηγουμένης αυτοίς

συντάξεως, δικαιούνται όπως αναγνωρίσωσι δι' εξαγοράς κατά τας

διατάξεις του άρθρ. 35 παρ. 8 του Ν.Δ. 4114/60, ως χρόνου ασφαλίσεως 10

έτη, μη δυναμένης εν πάση περιπτώσει της συντάξεως αυτών να υπερβή το

ποσόν της αντιστοιχούσης εις χρόνον ασφαλίσεως 40 ετών».

«3. Εν περιπτώσει θανάτου, προ της εξόδου εκ της ασφαλίσεως, των περί

ων η προηγουμένη παράγραφος αναπήρων ή ανικάνων, τα κατά την διάταξιν

ταύτην και υπό τους όρους και περιορισμούς αυτής, δικαιώματα

περιέρχονται εις την οικογένειαν των εν λόγω ησφαλισμένων.

4. Ανάπηροι ειρηνικής περιόδου (Νόμ. 1370/44) λαμβάνοντες σύνταξιν

ένεκα της αναπηρίας των παρά του Δημοσίου έχοντες εικοσαετή χρόνον

ασφαλίσεως και εξερχόμενοι ταύτης, δικαιούνται συντάξεως αντιστοιχούσης

εις 25ετή συντάξιμον υπηρεσίαν. Ούτοι, πέραν της συντάξεως ταύτης,

δικαιούνται όπως αναγνωρίσουν δι' εξαγοράς, κατά την παρ. 8 του άρθρ.

35 του παρόντος, ως χρόνον ασφαλίσεως, 5 έτη, μη δυναμένης πάντως της

συντάξεώς των, δια της προσμετρήσεως του χρόνου τούτου, να υπερβή την

αντιστοιχούσαν εις χρόνον ασφαλίσεως 40 ετών».

~Για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 17 παρ. 1 περ. β του ΚΩΔΙΚΑ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ βλέπε απόφαση ολ.Σ.Τ.Ε. 3088/2007.~



Αρθρο: 18

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Προϋποθέσεις απονομής συντάξεως εις οικογένειαν ησφαλισμένου ή συνταξιούχου.

Σχόλια
Η περ. Α' της παρ. 1 η οποία είχε τροποποιηθεί με τις παρ. 1, 3 και 4 άρθρ. 16 Ν. 4507/1966, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 7 Ν. 730/1977. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος τελεσθεισών υιοθεσιών, έστω και αν ο θάνατος του θετού γονέως επήλθε προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος». -Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας των περ. Α' και Β' του παρόντος άρθρου ορίζεται σε 5 έτη με την παρ. 1 άρθρ. 7 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

1. Δικαιούνται συντάξεως:

«Α) Εν περιπτώσει θανάτου εγγάμου ησφαλισμένου έχοντος συμπληρώσει

χρόνον ασφαλίσεως (10)5 ετών ή εγγάμου συνταξιούχου του Ταμείου η χήρα

σύζυγος και τα νόμιμα ή νομιμοποιηθέντα ή δια δικαστικής αποφάσεως

πλήρως αναγνωρισθέντα, ως και τα φυσικά (εξώγαμα) έναντι της

ησφαλισμένης μητρός κατά τους ορισμούς του Αστικού Κώδικος τέκνα, εφ'

όσον τα μεν άρρενα είναι ανήλικα και άγαμα, τα δε θήλεα άγαμα. Προς τα

ανήλικα τέκνα εξομοιούνται και τα άγαμα άρρενα, ενήλικα μεν αλλ' άπορα

και ανίκανα προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, εφ'

όσον η ανικανότης επήλθε διαρκούσης της ανηλικιότητός των, ως και τα

άρρενα άγαμα τα μη υπερβάντα το 25ον έτος της ηλικίας των, εφ' όσον

τυγχάνουσι σπουδασταί Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή Ανωτέρων

Σχολών. Προς φυσικά τέκνα εξομοιούνται και τα θετά εφ' όσον η υιοθεσία

ετελέσθη 3 έτη τουλάχιστον προ του θανάτου του αμέσως ησφαλισμένου ή

συνταξιούχου θετού εγγάμου ή αγάμου γονέως. Δικαίωμα συντάξεως της

χήρας συζύγου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου γεννάται, εάν ο γάμος

τούτου ετελέσθη εξ μήνας τουλάχιστον προ του θανάτου του. Η προϋπόθεσις

αύτη δεν απαιτείται:

α) εάν ο θάνατος οφείλεται εις βίαιον συμβάν, β) εάν υφισταμένου του

γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον, γ) εάν η χήρα κατά τον χρόνον

του θανάτου τελή εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και δεν διακοπή αύτη,

γεννηθή δε ζών τέκνον».

Β) Εν περιπτώσει θανάτου αγάμου ή εν χηρεία ή εν διαζεύξει άνευ τέκνων

ησφαλισμένου οπωσδήποτε επερχομένου, έχοντος συμπληρώσει χρόνον

ασφαλίσεως (10)5 ετών, ή θανάτου αγάμου ή εν διαζεύξει άνευ τέκνων

συνταξιούχου του Ταμείου οπωσδήποτε επερχομένου α) ο άπορος πατήρ, εάν

κατά την ημέραν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου έχη

συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας του, άλλως από της συμπληρώσεως

του 60ού έτους της ηλικίας του, ή ασχέτως ηλικίας, εάν είναι ανίκανος

προς άσκησιν οιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος, β) μη υπάρχοντος ή

εκπλείποντος του πατρός, η άπορος χήρα μήτηρ και αι άποροι άγαμοι

αδελφαί, εφ' όσον ο θανών συνέζη αποδεδειγμένως μετά των ως άνω

προσώπων, ή συνετήρει ταύτα μέχρι του θανάτου του.

2. Εν περιπτώσει διαζεύξεως των γονέων δικαιούνται συντάξεως η άπορος

μήτηρ και αι άποροι άγαμοι αδελφαί, εάν ο αποβιώσας συνέζη

αποδεδειγμένως μετά τούτων ή συνετήρει αυτάς μέχρι του θανάτου του, εάν

δε ο αποβιώσας συνετήρει αμφοτέρους τους γονείς αυτού, η σύνταξις

ανήκει μόνον εις τούτους κατ' ίσας μερίδας.

3. Εάν ο εκπλιπών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος κατέλιπε χήραν σύζυγον,

μετά ή άνευ τέκνων, δικαιούται συντάξεως η άπορος χήρα μήτηρ ή η άπορος

φυσική μήτηρ αυτού, εφ' όσον συνέζη και συνετηρείτο υπό τούτου κατά τα

ειδικώτερον εν παρ. 6 του άρθρ. 20 του παρόντος οριζόμενα.

4. Το κατά τ' ανωτέρω δικαίωμα της μητρός παραμένει και εάν έτι η χήρα

σύζυγος και τα τέκνα εκλίπωσιν ή οπωσδήποτε απολέσωσι το προς σύνταξιν

δικαίωμα.

~Για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4114/60 βλέπε απόφαση Σ.Τ.Ε. 2105/1999.~



Αρθρο: 19

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ-ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Καθορισμός συντάξεων.

Σχόλια
Η μέσα σε () τρίτη περίοδος της παρ. 3 καταργήθηκε με το άρθρ. 16 του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4). -Το παρόν άρθρο, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 6 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

«1. Αι υπό του Ταμείου παρεχόμεναι μηνιαίαι συντάξεις προς τας

συνταξιοδοτηθησομένους ησφαλισμένους και τους ήδη συνταξιούχους αυτού,

έχοντας συνολικόν χρόνον ασφαλίσεως 40 ετών, ορίζονται κατά κατηγορίαν

και τάξιν ως ακολούθως:

α. Δια την Α’ τάξιν αμίσθων εις ποσοστόν 80% επί του εκάστοτε βασικού

μισθού του εφέτου, κλιμακούμεναι σταδιακώς, ως εξής:

αα) Από 1ης Ιαν. 1981 εις τα 60%.

ββ) Από 1ης Ιαν. 1982 εις τα 66,5%.

γγ) Από 1ης Ιαν. 1983 εις τα 73,5%.

δδ) Από 1ης Ιαν. 1984 και εφεξής εις τα 80%.

β. Δια τας λοιπάς τάξεις ησφαλισμένου εφαρμόζονται αι διατάξεις του

προηγουμένου εδαφίου υπό τους ακολούθους περιορισμούς κατά κατηγορίαν

και τάξιν:

αα) Δια την Β' τάξιν αμίσθων εις το 80% των κατά το προηγούμενον

εδάφιον προκυπτόντων εκάστοτε ποσών συντάξεως.

ββ) Δια την Α' τάξιν εμμίσθων εις το 42% των κατά το εδάφ. α'

προκυπτόντων εκάστε ποσών συντάξεως.

γγ) Δια την Β' τάξιν εμμίσθων εις το 21% των κατά το εφάφ. α'

προκυπτόντων εκάστοτε ποσών συντάξεως.

δδ) Η σύνταξις των επιμελητών δικαστηρίων εν γένει και των μελών των

οικογενειών των προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50% του κατά τας διατάξεις

της παρούσης παραγράφου προκύπτοντος ποσού, εφ' όσον κατά την προ της

εξόδου ή του θανάτου αυτών πενταετίαν εμισθοδοτήθησαν με αποδοχάς

αντιστοιχούσας τουλάχιστον εις τον ένατον βαθμόν της υπαλληλικής

ιεραρχίας και άνω. Τα κατώτατα όρια συντάξεων των προσώπων της

κατηγορίας ταύτης είναι ίσα προς τα εκάστοτε προβλεπόμενα δια την

κατηγορίαν αμίσθων.

2. Δι' αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά

σύμφωνον πρότασιν του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Νομικών και

γνώμην της συντονιστικής επιτροπής των δικηγορικών συλλόγων, δύναται

αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του Ταμείου:

α. Να χορηγηθούν και προ των εν υπεδαφ. γγ και δδ του εδαφ. α της

προηγουμένης παραγράφου αναφερομένων χρονολογιών μεταγενέστεραι

προσαυξήσεις συντάξεων.

β. Να αναστέλλεται η προσαρμογή των ποσοστών επί του εκάστοτε βασικού

μισθού του εφέτου ή και της μελλοντικής προσαρμογής των συνταξιοδοτικών

παροχών.

γ. Να χορηγήται ποσοστιαία επί τοις εκατόν προσαύξησις των συντάξεων,

αντί της προσαρμογής προς τον εκάστοτε βασικόν μισθόν του εφέτου μετά

την 1ην Ιαν. 1985.

Εις περίπτωσιν καθ' ην παρέλθη τρίμηνον χρονικόν διάστημα από της

εγγράφου ανακοινώσεως του Ταμείου Νομικών προς την συντονιστικήν

επιτροπήν των δικηγορικών συλλόγων περί της μελετωμένης εφαρμογής τινός

των ως άνω μέτρων και μη γνωστοποιήσεως της γνώμης αυτής, αρκεί η

πρότασις του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Νομικών προς έκδοσιν

της προβλεπομένης υπουργικής αποφάσεως.

3. Δι' έκαστον έτος ασφαλίσεως μέχρι 30 ετών η σύνταξις είναι ίση προς

το 1/50 του κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένου ποσού

συντάξεως των τεσσαράκοντα ετών.

Μετά την συμπλήρωσιν τριάκοντα ετών ασφαλίσεως, η σύνταξις

προσαυξάνεται κατά 2/50 δι' έκαστον έτος πέραν του τριακοστού και μέχρι

του τεσσαρακοστού έτους. (Οι έχοντες υπερτεσσαρακονταετή συντάξιμον

χρόνον δικαιούνται προσαυξήσεως της συντάξεως δι' έκαστον έτος πέραν

των 40 ετών εξ 1/50).

4. Τα κατώτατα όρια συντάξεως λόγω γήρατος ή ανικανότητος δια την Α'

και Β' τάξιν αμίσθων δεν δύναται να υπολείπωνται των 17/50 της εκάστοτε

προβλεπομένης συντάξεως δια την Α' τάξιν αμίσθων, των δε συνταξιούχων

της Α' και Β' τάξεως εμμίσθων των 12/50 του ποσού της αυτής ως άνω

συντάξεως αμίσθου, προσαρμοζόμενα προς τας μεταγενεστέρας μεταβολάς.

Δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσικών, εκδιδομένης κατά την

εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου διαδικασίαν, δύναται να ανακαθορίζωνται

τα ως άνω ποσοστά κατωτάτων ορίων συντάξεων.

5.α) Εν περιπτώσει μετατάξεως ησφαλισμένου από της μιας κατηγορίας εις

την άλλην (εμμίσθου εις άμισθον και τανάπαλιν) η σύνταξις τούτου και

της οικογενείας αυτού κανονίζεται μικτή, καταβαλλομένου του εις εκάστην

κατηγορίαν αναλογούντος ποσού συντάξεως.

Τα κατά το καταργηθέν εδάφ. 2 της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Α.Ν. 1621/1939

«περί Ταμείου Συντάξεων Νομικών» αναγνωρισθέντα έτη προστίθενται εις

τον χρόνον ασφαλίσεως εις την κατηγορίαν εκείνην, εις την οποίαν ο

ησφαλισμένος έχει τον μείζονα χρόνον ασφαλίσεως.

Εις περίπτωσιν καθ' ην ο άμισθος ησφαλισμένος διετέλεσεν υπάλληλος του

δημοσίου υπό ιδιότητα ασφαλιζομένην παρά τω Ταμείω Νομικών, εφ' όσον

δεν εδικαιώθη συντάξεως εκ του δημοσίου, λαμβάνει σύνταξιν εκ του

Ταμείου αμίσθου ησφαλισμένου της τάξεως, την οποίαν ούτος είχε κατά τα

δέκα τελευταία έτη της αμίσθου υπηρεσίας του.

β) Εν περιπτώσει μετατάξεως ησφαλισμένου από της μιας τάξεως εις την

άλλην, η σύνταξις αυτού και της οικογενείας του καθορίζεται βάσει του

δια την τάξιν εις την οποίαν μετετάγη προβλεπομένου ποσού, εφόσον εις

την τάξιν ταύτην έχει συμπεπληρωμένον υπερπενταετή χρόνον ασφαλίσεως

κατά τον χρόνον εξόδου του εκ της ασφαλίσεως.

Ο χρόνος ούτος δεν απαιτείται επί εξόδου ησφαλισμένου λόγω ανικανότητος

κατά τας διατάξεις του εδαφ. ε' της παρ. 1 του άρθρ. 17 του παρόντος,

ως η τελευταία αύτη αντικατεστάθη υπό της παρ. 2 του άρθρ. 16 του Ν.

4507/1966, ή εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου.

6.α) Δύναται το διοικητικόν συμβούλιον του Ταμείου, αναλόγως των

αποτελεσμάτων εκάστου οικονομικού έτους, δι' αποφάσεών του εγκρινομένων

υπό του εποπτεύοντος Υπουργού, να καταβάλλη εις τους συνταξιούχους του

Ταμείου έκτακτα βοηθήματα.

β) Εις τους συνταξιούχους του Ταμείου, τους δικαιουμένους συντάξεως

κατά την 15ην Ιουνίου εκάστου έτους, καταβάλλεται μετά της συντάξεως

του μηνός Ιουλίου ημισεία σύνταξις ως επίδομα αδείας, εφ' όσον δι'

ητιολογημένης αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου

διαπιστούται η οικονομική δυνατότης δια την καταβολήν του εν λόγω

επιδόματος.

7.α) Η σύνταξις των κατά το εδάφ. ε' της παρ. 1 του άρθρ. 17 του

παρόντος εξερχομένων της ασφαλίσεως, λόγω ανικανότητος συνεπεία νόσου

μη προϋπαρχούσης της ασφαλίσεώς των, καθορίζεται αναλόγως των ποσοστών

αναπηρίας, μη δυναμένη να είναι κατωτέρα της εν παρ. 4 του παρόντος

άρθρου καθοριζομένης και ανωτέρα της συντάξεως της αναλογούσης εις 40

έτη ασφαλίσεως της κατηγορίας και τάξεως εις την οποίαν ανήκουν ούτοι.

β) Η ανικανότης κρίνεται κατά τα εν παρ. 6 του άρθρ. 24 του παρόντος

οριζόμενα.

γ) Η σύνταξις των κατά τα ανωτέρω εξερχομένων λόγω ανικανότητος

καθορίζεται βάσει των ετών υπηρεσίας κατά τας διατάξεις του παρόντος

άρθρου, προσαυξάνεται δε κατά τόσα πεντηκοστά όσα προκύπτουν εκ του

γινομένου του ποσοστού αναπηρίας επί τον υπολειπόμενον προς συμπλήρωσιν

40 ετών χρόνον ασφαλίσεως.

δ) Δια να έχη δικαίωμα εις προσαύξησιν της συντάξεώς του ο κατά τας

διατάξεις της παρούσης παραγράφου εξερχόμενος πρέπει να έχη πενταετή

πραγματικόν χρόνον ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω υπό μίαν των εν παρ. 1 του

άρθρ. 7 του παρόντος ιδιοτήτων».



Αρθρο: 20

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ-ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Κατανομή απονεμητέας συντάξεως εις οικογενείας.

Σχόλια
Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 9 Ν. 730/1977.

 

Κείμενο Αρθρου

«1. Η σύνταξις της ατέκνου ή συντρεχούσης μετά τέκνων μη δικαιουμένων

συντάξεως κατά τον θάνατον του πατρός αυτών χήρας συζύγου, συνίσταται

εις 75% της εις τον σύζυγον αυτής απονεμητέας ή απονεμηθείσης

συντάξεως.

Εις ην περίπτωσιν υπάρχουσι τέκνα του θανόντος δικαιούμενα συντάξεως

κατά τον χρόνον του θανάτου του πατρός των, η σύνταξις κατανέμεται

μεταξύ των κατά τα ειδικώτερον εν τη επομένη παραγράφω οριζόμενα.

2.α) Υπαρχούσης χήρας και ενός τέκνου η εις τον σύζυγον απονεμητέα ή

απονεμηθείσα σύνταξις ανήκει κατά 75% εις την χρήσιν σύζυγον και κατά

25% εις το τέκνον.

β. Υπαρχόντων χήρας και πλειόνων του ενός τέκνων η σύνταξις της χήρας

συζύγου περιορίζεται εις το 50%, του ετέρου ημίσεως ανήκοντος εις τα

τέκνα κατ' ίσας μερίδας.

γ) Εκλειπόντος τινος των τέκνων ή διαγραφομένου κατά τας διατάξεις του

παρόντος, η εις αυτό ανήκουσα σύνταξις προσαυξάνει την σύνταξιν των

λοιπών μελών της οικογενείας αναλόγως κατά τα εν τοις προηγουμένοις

εδαφίοις οριζόμενα.

3.α) Μη υπαρχούσης χήρας συζύγου ή εκλειπούσης ή απολεούσης το εις

σύνταξιν δικαίωμα, εάν καθ' ον χρόνον επήλθε το τοιούτον γεγονός υπάρχη

εν τέκνον δικαιούμενον συντάξεως, η σύνταξις τούτου συνίσταται εις το

50% της συντάξεως του θανόντος.

Εαν υπάρχωσι δύο τέκνα δικαιούμενα συντάξεως, η σύνταξίς των συνίσταται

εις το 75% κατ' ίσας μερίδας, εάν δε πλείονα, εις 100% κατ' ίσας

μερίδας.

β) Εκλειπόντος τινος των τέκνων ή οπωσδήποτε διαγραφομένου εκ της

δυνάμεως των συνταξιούχων, η σύνταξις των λοιπών προσαυξάνεται αναλόγως

υπό τον περιορισμόν του προηγουμένου εδαφίου της παρούσης παραγράφου.

4.α) Εάν υπάρχη χήρα μήτηρ του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου ή

προκειμένου περί εξωγάμου, φυσική μήτηρ αυτού και δεν συντρέχουν τέκνα

του θανόντος, δικαιούται αύτη υπό τας προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρ.

18 του παρόντος, συντάξεως ίσης προς τα 25% της απονεμητέας ή

απονεμηθείσης συντάξεως εις τον θανόντα. Μη συντρεχόντων τέκνων και

χήρας συζύγου του θανόντος, η χήρα μήτηρ ή φυσική μήτηρ δικαιούται

συντάξεως ίσης προς τα 50% της εις τον θανόντα απονεμητέας ή

απονεμηθείσης.

β) Εάν η χήρα ή φυσική μήτηρ του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, η

δικαιουμένη συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 18 του παρόντος,

συντρέχη μετά τέκνων ή χήρας συζύγου και τέκνων του θανόντος

εξομοιούται προς τέκνον και λαμβάνει σύνταξιν ίσην προς την του τέκνου.

γ) Εκλειπούσης της χήρας μητρός ή διαγραφομένης εκ δυνάμεως των

συνταξιούχων ή απολεσάσης το προς σύνταξιν δικαίωμα, η μερίς της

προσαυξάνει αναλόγως την σύνταξιν των λοιπών συνδικαιούχων κατά τα εν

τοις προηγουμένοις παραγράφοις οριζόμενα.

5. Υπάρχοντος απόρου πατρός του θανόντος εφαρμόζονται τα ανωτέρω επί της

χήρας μητρός οριζόμενα, αναλόγως.

6. Η σύνταξις μητρός και αδελφών του θανόντος συντρεχουσών των

προϋποθέσεων του άρθρ. 18 του παρόντος, συνίσταται της μεν μητρός εις

το 25%,των δε αδελφών εις το 25% της ανηκούσης τω θανόντι συντάξεως.

Εάν συντρέχωσι πλείοντες αδελφαί η σύνταξις τούτων δεν δύναται να είναι

ανωτέρα του 50% κατανεμομένη κατ' ίσας μερίδας.

7. Εάν αμφότεροι οι γονείς δικαιούνται συντάξεως κατά τους όρους του

άρθρ. 18 του παρόντος, κατανέμονται μεταξύ τούτων κατ' ίσας μερίδας το

κατά τας ανωτέρω 4 και 6 παραγράφους ποσοστόν της συντάξεως.

8. Η σύνταξις των αδελφών μη υπαρχούσης μητρός, δεν δύναται να υπερβή

το 50% της συντάξεως του θανόντος.

9. (Καταργήθηκε με το άρθρ. 16 του Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4).



Αρθρο: 21

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΝΑΡΞΗ-ΧΡΟΝΟΣ-ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

 

Τίτλος Αρθρου
Εναρξις και συρροή συντάξεων.

Σχόλια
Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 10 Ν. 730/1977. -Η παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 22 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50).

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

1. Η σύνταξις άρχεται από της επομένης της λήξεως της ασφαλίσεως, εν

περιπτώσει δε θανάτου, από της επομένης τούτου. Επί εμμίσθων

ησφαλισμένων, δικαιουμένων αποδοχών παρά του Δημοσίου μετά την εκ της

υπηρεσίας έξοδόν των, η σύνταξις έρχεται αφ' ης παύσωσιν ούτοι

λαμβάνοντες αποδοχάς, εν περιπτώσει δε παραιτήσεως από τούτων, δεν

δικαιούνται συντάξεως δια τον χρόνον, καθ' ον εδικαιούντο νόμω

αποδοχών.

2. Καθ' ας περιπτώσεις, δια την συνταξιοδότησιν ή την επαύξησιν της

συντάξεως, απαιτείται απορία, η σύνταξις ή η αύξησις αυτής δεν άρχεται

προ του χρόνου της συμπληρώσεως των αποδεικτικών της απορίας,

καθοριζομένου χρόνου τούτου δια της περί συνταξιοδοτήσεως ή επαυξήσεως

της συντάξεως αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου.

Κατ' εξαίρεσιν η σύνταξις της χήρας μητρός ή της φυσικής μητρός εις την

περίπτωσιν της παρ. 3 του άρθρ. 18 του παρόντος, άρχεται από της πρώτης

του επομένου μηνός της υποβολής της αιτήσεως μετά των πλήρων

δικαιολογητικών.

«3. Εις περίπτωσιν καθ' ην δημιουργείται υπέρ του αυτού προσώπου

δικαίωμα πλειόνων συντάξεων εκ του Ταμείου κατά τας διατάξεις του

παρόντος, εις τον δικαιούχον καταβάλλεται η ανωτέρα κατά ποσόν

σύνταξις, ως και ποσοστόν ίσον προς το 1/3 του ποσού της ης δικαιούται

ετέρας συντάξεως, μη εφαρμοζομένης δια την τελευταίαν περίπτωσιν της

διατάξεως του άρθρ. 19 του παρόντςο περί κατωτάτων ορίων συντάξεων.

Η κατά το προηγουμένον εδάφιον ετέρα σύνταξις καταβάλλεται άνευ του

κατά το προηγούμενον εδάφιον περιορισμού εις ας περιπτώσεις οι

δικαιούχοι μιας ή και δύο συντάξεων είναι πλείονα του ενός πρόσωπα».

4. Η σύνταξις καταβάλλεται εν αρχή εκάστου μηνός.

«5. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου συντάξεως από το Ταμείο, πριν

από την είσπραξη των παροχών του από αυτό, εφ' όσον δεν υπάρχουν

πρόσωπα, που κατά το χρόνο του θανάτου του δικαιούχου ή μεταγενέστερα,

έχουν ή θα έχουν τις προϋποθέσεις απονομής σύνταξης, το ποσό των

οφειλομένων συντάξεων μεταβιβάζεται στους από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου

κληρονόμους του, ανεξάρτητα αν έχουν ή όχι τις προϋποθέσεις απονομής

σύνταξης από το Ταμείο».



Αρθρο: 22

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΠΩΛΕΙΑ-ΔΙΑΚΟΠΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Απώλεια και διακοπή δικαιώματος.

Σχόλια
Οι παρ. 2 και 3 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 άρθρ. 11 Ν. 730/1977. -Η παρ. 4 η οποία προστέθηκε με την παρ. 5 άρθρ. 16 Ν. 4507/1966, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 11 Ν. 730/1977. Περαιτέρω με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, η ανωτέρω διάταξη, εφαρμόζεται και «εις ας περιπτώσεις αι υπ' αυτής απαιτούμεναι προϋποθέσεις απονομής συντάξεως υφίστανται κατά την έναρξιν της ισχύος αυτής, εφ' όσον, εντός έτους από ταύτης, υποβληθή αίτησις συνταξιοδοτήσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη η σύνταξις άρχεται κατά τα οριζόμενα εις το πρώτον εδάφιον της παρ. 2 του άρθρ. 21 του Ν.Δ. 4114/1960 και πάντας ουχί προ της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 730/1977». -Η τελευταία παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980 ΦΕΚ Α' 263. Σημειώνεται ότι προστέθηκε ως παρ. 4, μολονότι στο άρθρο 22 υπήρχε ήδη παρ. 4.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'

1. Η σύνταξις απόλλυται:

α) Εαν ο δικαιούχος καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινή επί κλοπή,

υπεξαιρέσει, απάτη, ιδιοποιήσει, πλαστογραφία, απιστία ή παραποιήσει,

εφόσον τα αδικήματα ταύτα στρέφονται κατά του Ταμείου.

β) Εάν η χήρα σύζυγος ή η χήρα μήτηρ έλθη εκ νέου εις γάμον, είτε κατά

το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον.

γ) Εάν έλθωσιν εις γάμον, είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν

δίκαιον, τα θήλεα τέκνα ή αδελφαί του θανόντος ησφαλισμένου ή

συνταξιούχου.

δ) Δια της ενηλικιώσεως των ανηλίκων αρρένων τέκνων ή εάν ταύτα έλθωσιν

εις γάμον είτε κατά το ημεδαπόν είτε κατά το αλλοδαπόν δίκαιον.

«2. Η σύνταξις διακόπτεται:

α) Αφ' ης ο συνταξιούχος καταστή εκ νέου ησφαλισμένος, εις δε την

περίπτωσιν του εδαφ. ε' της παρ. 1 του άρθρ. 17 του παρόντος, από της

πρώτης του επομένου μηνός της χρονολογίας της γνωματεύσεως της

επιτροπής περί αποκαταστάσεως της υγείας του ως ανικάνου αρχικώς

κριθέντος.

β) Εάν άγαμα θήλεα τέκνα ή αδελφαί, μετά την συμπλήρωσιν του 25 έτους

της ηλικίας, λαμβανομένων υπ' όψιν των κατ' ιδίαν περιστάσεων, δύνανται

κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, να προσπορίζωνται τα προς

το ζην εξ εργασίας ή περιουσίας αυτών.

3. Αρθέντος του λόγου της διακοπής επί περιπτώσεων των εδαφ. α' και β'

της προηγουμένης παραγράφου, η καταβολή της συντάξεως άρχεται από της

1ης του επομένου μηνός, καθ' ον εξέλιπεν ο λόγος ούτος.

Ειδικώς, προκειμένης της συνταξιοδοτήσεως των εν εδαφ. β' της

προηγουμένης παραγράφου προσώπων το Διοικητικόν Συμβούλιον καθορίζει

και την διάρκειαν της συνταξιοδοτήσεως, ήτις δεν δύναται να είναι

βραχυτέρα των 2 ετών, ούτε μείζων των 4».

«4. Συντάξεως τέκνου λόγω θανάτου δικαιούται παρά του Ταμείου Νομικών

και η διαζευχθείσασ υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι θυγατήρ

αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, ως και εκείνη ης ο γάμος

ελύθη συνεπεία θανάτου του ανδρός».

«4. Εν περιπτώσει διακοπής της συντάξεως ή απωλείας του συνταξιοδοτικού

δικαιώματος, το καταβληθέν ποσόν, από της ημερομηνίας κατά την οποίαν

επήλθεν η διακοπή ή η απώλεια της συντάξεως, μέχρι του τέλους του μηνός

εις τον οποίον αναφέρεται αύτη, δεν αναζητείται».



Αρθρο: 23

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΙΚΟΔΟΤΗΣΗΣ

 

Τίτλος Αρθρου
Ειδικαί παροχαί.

Σχόλια
Το κείμενο της παρ. 2 αριθμήθηκε ως εδάφ. α' και προστέθηκε το εδάφ. β' από το άρθρ. 9 Ν. 1090/14-15 Νοεμ. 1980, ΦΕΚ Α' 263. -Το άρθρ. 23 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 Ν. 730/1977.- Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 του πδ 173/2003 (Α΄143/11.6.2003), η προβλεπόμενη από το παρόν άρθρο, όπως ισχύει, εφάπαξ ειδική παροχή, χορηγείται με τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της δικαιούχου, χωρίς την προϋπόθεση προηγούμενης τέλεσης γάμου.Για όσες περιπτώσεις δεν έχει συμπληρωθεί το 25ο έτος της ηλικίας τους μέχρι την ισχύ του ανωτέρω πδ, ήτοι μέχρι την 1.7.2003, για τον υπολογισμό του ποσού της παροχής λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία συμπλήρωσης του ανωτέρω ορίου ηλικίας.Για όσες περιπτώσεις έχει ήδη συμπληρωθεί το προαναφερόμενο όριο ηλικίας μέχρι την ημερομηνία ισχύος του παρόντος, για τον υπολογισμό του ποσού της παροχής λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία αυτή.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'

«1. Χορηγείται εφ' άπαξ επικουρική παροχή:

α) Εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα ησφαλισμένου

τελούντος εν υπηρεσία και έχοντος συμπληρώσει 10ετή τουλάχιστον χρόνον

ασφαλίσεως κατά την τέλεσιν του γάμου αυτής.

β) Εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα συνταξιούχου εξ ιδίου

δικαιώματος εκ του Ταμείου.

γ) Εις την το πρώτον ερχομένην εις γάμον θυγατέρα λαμβάνουσαν σύνταξιν

εκ του Ταμείου, ως και εις την θυγατέρα την μη λαμβάνουσα σύνταξιν

ένεκα του εν εδαφ. β' της παρ. 2 του άρθρ. 22 του παρόντος λόγω

διακοπής.

2.α) Η κατά την προηγουμένην παράγραφον παροχή χορηγείται εις μίαν

μόνον θυγατέρα.

«β) Δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένης μετά

γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου, δύναται να χορηγήται η

κατά την προηγουμένην παράγραφον παροχή και εις πλείονας της μιας

θυγατέρας, υφισταμένης κεχωρισμένως υποχρεώσεως καταβολής εισφορών δι'

εκάστην εξ αυτών.

Δια της αυτής αποφάσεως δύναται να παρασχεθή η ευχέρεια δια καταβολήν

εισφορών προηγουμένων ετών δια την χορήγησιν της εφ' άπαξ παροχής και

εις πλείονας της μιας θυγατέρας, να ορισθούν τα του τρόπου εξοφλήσεως

της εκ της αιτίας ταύτης οφειλής, ως και πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δια

την απονομήν της παροχής».

3. Θυγατήρ εν τη εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται η εκ νομίμου

γάμου ή νομιμοποιηθείσα, ως και η εξώγαμος, εφ' όσον ανεγνωρίσθη

εκουσίως υπό του πατρός ή δια δικαστικής αποφάσεως εξωμειώθη προς

εκουσίως αναγνωρισθέν τέκνον αυτού, κατά τας σχετικάς διατάξεις του

Αστικού Κώδικος, πάντοτε δε έναντι της ησφαλισμένης μητρός, ως και η

θετή θυγατήρ, εφ' όσον συντρέχουσι δι' αυτήν αι προϋποθέσεις του άρθρ.

18 του παρόντος.

4. Εν περιπτώσει ακυρώσεως ή λύσεως διαζυγίω ή θανάτω του συζύγου, του

δι' ον εχορηγήθη η ειδική παροχή γάμου, δεν γεννάται δικαίωμα νέας

ειδικής παροχής, εν περιπτώσει τελέσεως ετέρου γάμου.

5. Η ειδική παροχή ανέρχεται εις το δωδεκαπλάσιον:

α) Επί της α' περιπτώσεως της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας

συντάξεως, ης θα εδικαιούτο ο ησφαλισμένος, εάν καθίστατο συνταξιούχος

κατά τον χρόνον της τελέσεως του γάμου.

β) Επί της β' περιπτώσεως της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας

συντάξεως, ην λαμβάνει ο συνταξιούχος πατήρ ή μήτηρ κατά τον χρόνον της

τελέσεως του γάμου.

γ) Επί της γ' περιπτώσεως, της παρ. 1 του παρόντος της μηνιαίας

συντάξεως, ης βάσει του συνολικού χρόνου ασφαλίσεώς του θα εδικαιούτο ο

θανών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος, κατά τον χρόνον της τελέσεως του

γάμου.

6. Τα υποβλητέα δικαιολογητικά προς απόληψιν ειδικής παροχής

καθορίζονται εκάστοτε δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών,

μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

7. Οι ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι οι έχοντες θήλυ τέκνον, μη ελθόν

εις γάμον ή αποκτώντες τοιούτον, εκ νομίμου γάμου, ή νομιμοποιηθέν ή

εξώγαμον, αναγνωρισθέν εκουσίως υπό του πατρός ή δια δικαστικής

αποφάσεως εξομοιωθέν προς εκουσίως αναγνωρισθέν τέκνον αυτού κατά τας

σχετικάς διατάξεις του Αστ. Κώδικος, η θετή θυγατήρ υπό τας

προυποθέσεις του άρθρ. 18 του παρόντος ως και η έχουσα εξώγαμον τέκνον

μήτηρ και αι ήδη συνταξιοδοτούμεναι οικογένειαι εν αις περιλαμβάνεται

και άγαμος θυγατήρ δικαιουμένη ειδικής παροχής του παρόντος άρθρου

υποχρεούνται εις εισφοράν κατά μήνα οι μεν της πρώτης τάξεως εκ δρχ.

60, οι δε της δευτέρας τάξεως εκ δρχ. 40, επί μίαν εικοσαετίαν από της

ισχύος του παρόντος ή από της γεννήσεως, νομιμοποιήσεως, αναγνωρίσεως ή

υιοθεσίας του τέκνου, εφ' όσον τοιούτον γεγονός λαμβάνει χώραν μετά την

ισχύν του παρόντος Νόμου.

8. Εν καθυστερήσει καταβολής της ανωτέρω εισφοράς, επιβάλλεται

προσαύξησις επ' αυτής 5% ετησίως, αφ' ης ήτο αύτη καταβλητέα και μέχρις

εξοφλήσεως.

9. Οι εις την παρ. 7 αναφερόμενοι δύνανται να απαλλαγούν της εισφοράς,

εάν δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν την απόληψιν της ως άνω ειδικής παροχής.

Εις περίπτωσιν υποβολής τοιαύτης δηλώσεως, ήτις δεν υπόκειται εις

ανάκλησιν, το θήλυ τέκνον στερείται της υπό του παρόντος άρθρου

προβλεπομένης παροχής, αι δια την αιτίαν δε ταύτην αποδοθείσαι δια τον

μέχρι της υποβολής της δηλώσεως χρόνον, εισφοραί δεν επιστρέφονται.

10. Ο τρόπος της καταβολής της άνω οριζομένης εισφοράς καθορίζεται

εκάστοτε δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

11. Εάν δεν έχη καταβληθή εξ ολοκλήρου η κατά την παρ. 8 του παρόντος

άρθρου εισφορά, ήτοι δι' όλον το εν αυτώ εικοσαετές διάστημα,

επιστάντος του χρόνου, κατά τα ανωτέρω, καταβολής της ειδικής παροχής

κρατείται εκ ταύτης υποχρεωτικώς το μη καταβληθέν ποσόν του υπολοίπου

χρονικού διαστήματος μετά της τυχόν οφειλομένης προσαυξήσεως».



Αρθρο: 24

Ημ/νία: 01.06.1997

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΧΡΟΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Τρόπος βεβαιώσεως χρόνου ασφαλίσεως και προϋποθέσεων απονομής παροχών.

Σχόλια
Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ΠΔ 423/1993 (ΦΕΚ Α' 180) και η ισχύς της αρχίζει από 01.11.1993. - Η παρ. 6 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 Ν. 730/1977. - Η παρ. 7 η οποία είχε συμπληρωθεί με την παρ. 7 άρθρ. 16 Ν. 4507/1966, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 Ν. 730/1977. Το εντός " " έβδομο εδ. της παρ. 6 του παρόντος άρθρου τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 117/97 (Α' 106), ισχύει δε, σύμφωνα με το πρώτο εδ. του άρθρου 2 του ιδίου ΠΔ, από 1.6.1997

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

"1.α. Αίτηση ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του, για χορήγηση

σύνταξης ή άλλης παροχής είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν αποδεικνύεται η

ολοσχερής εξόφληση των οφειλών του προς το Ταμείο από ασφαλιστικές

εισφορές ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Στην περίπτωση ύπαρξης οφειλής ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης για

χορήγηση σύνταξης ή άλλης παροχής λαμβάνεται η ημερομηνία εκπλήρωσης

της παραπάνω προϋπόθεσης.

2.β. Κατ' εξαίρεση του εδαφ. α' της παρ. αυτής, η χορήγηση της σύνταξης

ή οποιασδήποτε παροχής είναι δυνατή, εφόσον το ποσό της οφειλής από

ασφαλιστικές εισφορές ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, όπως έχει διαμορφωθεί

μαζί με τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση νόμιμα πρόσθετα τέλη ή

προσαυξήσεις, κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, δεν

υπερβαίνει το ποσό τεσσάρων μηνιαίων συντάξεων που δικαιούται να λάβει

ο ασφαλισμένος.

Στην περίπτωση αυτή χωρεί άμεσα συμψηφισμός του απαιτουμένου ποσού

μέχρι τεσσάρων μηνών συντάξεων με το ισόποσο της υπάρχουσας οφειλής".

2. Η βεβαίωσις του χρόνου της ασφαλίσεως και των προϋποθέσεων εν γένει

απονομής παροχών γίνεται δι' ανελέγκτου αποφάσεως του Διοικητικού

Συμβουλίου του Ταμείου, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα.

3. Δια Β.Δ/των προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, μετά σύμφωνον

γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, καθορισθήσονται, ο

τρόπος της αποδείξεως του χρόνου ασφαλίσεως και των προϋποθέσεων εν

γένει του δικαιώματος συντάξεως ή του δικαιώματος ειδικής ή άλλης

παροχής, ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια, εφ' όσον περί τούτου δεν

ορίζει ο παρών Νόμος.

4. Δεν απαιτείται απόδειξις της πραγματικής ασκήσεως του δικηγορικού

λειτουργήματος, δια τον χρόνον καθ' ον ο ησφαλισμένος δικηγόρος

διετέλεσε βουλευτής.

5. Το πλέον των 6 μηνών χρονικόν διάστημα κατά την συγκεφαλαίωσιν του

χρόνου ασφαλίσεως λογίζεται ως πλήρες έτος.

"6. Οπου εν τω παρόντι Νόμω δια την γένεσιν δικαιώματος, συντάξεως ή

την επαύξησιν ταύτης απαιτείται ως προϋπόθεσις σωματική ή διανοητική

ανικανότητος, αύτη βεβαιούται υπό Πρωτοβαθμίου ή εν περιπτώσει ασκήσεως

προσφυγής, υπό Δευτεροβαθμίου Επιτροπής εξ ιατρών.

Η Πρωτοβάθμιος Επιτροπή απαρτίζεται εκ τριών ιατρών, οριζομένων υπό του

Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

Η Δευτεροβάθμιος Επιτροπή απαρτίζεται εκ πέντε ιατρών, εξ ων τέσσαρες

ορίζονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και ο πέμπτος υπό

του ησφαλισμένου.

Η Πρωτοβάθμιος Επιτροπή αποφαίνεται ενόρκως περί της ανικανότητος ή μη

του εξεταζομένου και καθορίζει ποσοστόν εις εκατοστά (βαθμόν) της

βεβαιωθείσης ανικανότητος και την πιθανήν διάρκειαν αυτής.

Κατά της αποφάσεως της ανωτέρω Επιτροπής επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον

της Δευτεροβαθμίου Επιτροπής ασκουμένη υπό του ησφαλισμένου ή του

Ταμείου εντός προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως

της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής.

Η Δευτεροβάθμιος Επιτροπή αποφαίνεται ενόρκως επί των θεμάτων της

Πρωτοβαθμίου Επιτροπής και η απόφασίς της είναι υποχρεωτική δια το

Ταμείον.

"Οι δαπάνες που επιβαρύνουν τη διαδικασία και η αποζημίωση των μελών

που απαρτίζουν τόσο την Πρωτοβάθμια όσο και τη Δευτεροβάθμια

Υγειονομική Επιτροπή, επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ταμείου".

Η αίτησις του ησφαλισμένου δια την βεβαίωσιν της ανικανότητος δέον να

υποβάληται επί ποινή απωλείας του δικαιώματος προ της λήξεως της

ασφαλίεως ή εντός εξ μηνών το πολύ από της λήξεώς της, προκειμένου δε

περί ενηλικιωθέντος άρρενος ανικάνου τέκνου εντός εξ μηνών από της

ενηλικιώσεως ή του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου. Δεν

απαιτείται η κατά την ανωτέρω διαδικασίαν βεβαίωσις της ανικανότητος ως

και του βαθμού ταύτης εμμίσθων ησφαλισμένων όταν ανεγνωρίσθη αυτοίς

δικαίωμα συντάξεως δι' αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου λόγω παθήσεως

εν τη υπηρεσία και ένεκεν ταύτης.

Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται άπαξ να παραπέμπη τον ενδιαφερόμενον

εκ νέου εις ιατρικήν επιτροπήν μέχρι της λήξεως του ορισθέντος χρόνου

ανικανότητος".

"7. Οπου εν τη κειμένη περί του Ταμείου Νομικών νομοθεσία, το δικαίωμα

συντάξεως ή η επαύξησις ταύτης ήρτηται εκ του χαρακτηρισμού του

δικαιούχου ως απόρου ή μη ευπόρου ή μη προσποριζομένου των προς το ζην

εξ εργασίας ή περιουσίας, η κρίσις λαμβάνει χώραν επί τη βάσει της

υφισταμένης, κατά τον χρόνον της γενέσεως του αντιστοίχου δικαιώματος,

εν γένει οικονομικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου, λαμβανομένων υπ'

όψιν δια τον τοιούτον χαρακτηρισμόν απάντων των εισοδημάτων εκ

περιουσίας ή μισθών ή συντάξεων εκ του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. πλην του

Τ.Ν. Η περί των ανωτέρω δικαιωμάτων αίτησις δέον να υποβάλλεται εντός

προθεσμίας ενός έτους από της αποκτήσεως του δικαιώματος. Παρερχομένης

απράκτου της προθεσμίας ταύτης απόλλυται παν δικαίωμα.

Προκειμένου περί συνταξιοδοτουμένων θηλέων τέκνων, συμπληρωσάντων το

25ον έτος της ηλικίας των, η άνω προθεσμία άρχεται από της συμπληρώσεως

της ηλικίας ταύτης.

Εις ας περιπτώσεις ήθελεν επέλθει μείωσις της αρχικώς απονεμηθείσης

συντάξεως ένεκα λόγων μη συνδεομένων προς το πρόσωπον του δικαιούχου,

ούτος δύναται να επικαλεσθή την ύπαρξιν απορίας, εφ' όσον αύτη

απαιτείται ως προϋπόθεσις επαυξήσεως της συντάξεως, δι' αιτήσεως,

υποβαλλομένης εντός προθεσμίας 4 μηνών αφ' ης εδημιουργήθη ο λόγος

προβολής της απορίας, δια δε τας δημιουργηθείσας ήδη περιπτώσεις εντός

τετραμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος ανεξαρτήτως χρόνου

γενέσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος".



Αρθρο: 25

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ-ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Αναθεώρησις αποφάσεων.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

1. Αι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου περί απονομής

συντάξεως ή άλλης παροχής υπόκεινται εις αναθεώρησιν υπ' αυτού, κατά

τας επομένας διατάξεις.

2. Αναθεώρησιν δικαιούται να ζητήση εφ' άπαξ και εντός ενός έτους από

της κοινοποιήσεως της αποφάσεως ο ενδιαφερόμενος και εν περιπτώσει

θανάτου η οικογένεια αυτού.

3. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δικαιούται και οίκοθεν να προβαίνη

εκάστοτε εις την αναθεώρησιν των αποφάσεών του, ειδικώτερον δε των

τοιούτων περί απονομής συντάξεως ή παροχής ηυξημένης τοιαύτης λόγω

ανικανότητος ή απορίας.

4. Αι περί αναθεωρήσεως αποφάσεων υποθέσεις εισάγονται προς συζήτησιν

εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, κατόπιν εγγράφου εισηγήσεως μέλους αυτού

οριζομένου υπό του Προέδρου.

5. Τα τυχόν κατόπιν της αναθεωρήσεως επιστρεπτέα ποσά τω Ταμείω ή τω

δικαιούχω ή τη οικογενεία αυτού αποδίδονται ατόκως.

6. Αι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί

πάσης άλλης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός αν άλλως ορίζη

άλλως ο παρών Νόμος.



Αρθρο: 26

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΝΕΚΧΩΡΗΤΟ-ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟ-ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΩΝ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Τίτλος Αρθρου
Ανεκχώρητον, ακατάσχετον, συμψηφισμός.

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

1. Απαγορεύεται εκχώρησις και κατάσχεσις της συντάξεως και πάσης άλλης

παροχής του Ταμείου, των κατατεθειμένων παρ' αυτώ εγγυήσεων, των

εγγυήσεων των Συμβολαιογράφων και των αντιμισθιών του προσωπικού αυτού,

πάσα δε τοιαύτη πράξις είναι αυτοδικαίως άκυρος.

2. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται η κατάσχεσις του 1/4 της συντάξεως

συνταξιούχου ή του 1/4 της αντιμισθίας του προσωπικού του Ταμείου λόγω

διατροφής ανιόντων, κατιόντων και συζύγου, κατόπιν αδείας του Προέδρου

Πρωτοδικών ή λόγω οιασδήποτε οφειλής προς το Δημόσιον.

3. Δύναται το Ταμείον όπως συμψηφίζη ολόκληρον το ποσόν της

απονεμηθείσης συντάξεως ή άλλης παροχής, προς απαίτησιν αυτού κατά του

ησφαλισμένου ή της οικογενείας αυτού, απορρεούσης εξ οιασδήποτε αιτίας

και ασχέτως της ιδιότητος των δικαιούχων συντάξεως μελών της

οικογενείας ως κληρονόμων του οφειλέτου του Ταμείου.



Αρθρο: 27

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Παραγραφαί.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

1. Το δικαίωμα συντάξεως ή άλλης παροχής παραγράφεται μετά πέντε έτη

αφ' ης εγεννήθη, εάν ο δικαιούχος δεν υποβάλη εντός του χρόνου τούτου

την σχετική αίτησιν μετά των υπό του νόμου οριζομένων δικαιολογητικών,

επιφυλασσομένων των ειδικών περί τούτου ορισμών του παρόντος.

2. Εν ουδεμιά όμως περιπτώσει δύναται ν' αναγνωρισθή σύνταξις ή άλλη

περιοδική παροχή δια προηγούμενον της εις το Ταμείον υποβολής της, κατά

την παρ. 1 αιτήσεως, χρονικόν διάστημα, υπερβαίνον το εν έτος.

3. Περιοδικαί παροχαί λόγω συντάξεως παραγράφονται μετά εν έτος από της

πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου, καθ' ον κατέστησαν απαιτηταί.

Η ενιαυσία παραγραφή των εν τω προηγουμένω εδαφίω παροχών, αίτινες

ανάγονται εις χρόνον προγενέστερον της αναγνωριζούσης ταύτας αποφάσεως

του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, άρχεται από της εκδόσεως της

αποφάσεως αυτής.

4. Πάσα απαίτησις κατά του Ταμείου, λόγω αχρεωστήτου καταβολής ή

κρατήσεως υπέρ τούτου εξ οιασδήποτε αιτίας, παραγράφεται μετά

πενταετίαν, αφ' ης ενηργήθη η αχρεωστήτως καταβολή ή κράτησις.



Αρθρο: 28

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Επιστροφαί καταβληθέντων.

Σχόλια
Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 30 Ν. 730/1977. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι διατάξεις της παρ. 1, εφαρμόζονται και για τις καταβολές που έχουν γίνει μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

προς εκπλήρωσιν οιασδήποτε ασφαλιστικής αυτού υποχρεώσεως, ή προς εξαγοράν οιασδήποτε πραγματικής ή πλασματικής προϋπηρεσίας, νομίμως γενόμεναι, δεν επιστρέφονται και εν η περιπτώσει δι' οιονδήποτε λόγον δεν δικαιούται συντάξεως αυτός ή η οικογένεια αυτού". 2. Ποσά αχρεωστήτως καταβληθέντα εις το

Ταμείον αποδίδονται υπ' αυτού ατόκως εις τον δι' ον καταβλήθησαν, ως υπόχρεον,

κατά τας οικείας διατάξεις, προς τούτο. Εν περιπτώσει επανειλημμένης καταβολής του αυτού οφειλομένου ποσού, το αχρεωστήτως καταβληθέν αποδίδεται εις τον καταβαλόντα.



Αρθρο: 29

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΟΡΟΙ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Κυρώσεις.

Σχόλια
Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 άρθρ. 12 Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α' 4). Η παρ. 3, η οποία είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 2 Α.Ν. 589/1968, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρ. 15, Ν. 730/1977. Η μέσα σε «» τελευταία διάταξη της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 17 Ν. 4507/1966. Η παρ. 7 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 17 Ν. 4507/1966. Η παρ. 8, η οποία είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 16 Ν. 730/1977, τίθεται όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 άρθρ. 5 Ν. 2042/5-14 Μαΐου 1992, (ΦΕΚ Α' 75) και ισχύει από 14.05.1992.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

«1. Σε περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης απαιτήσεών του το Ταμείο

δικαιούται να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που προβλέπεται κάθε φορά,

εκτός αν πρόκειται για οφειλές ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, για τις

οποίες ορίζεται προσαύξηση από τις κείμενες διατάξεις, το ποσοστό της

οποίας μπορεί να ανακαθορίζεται με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρ. 3

του Ν. 1090/1980 (ΦΕΚ Α' 263)».

2. Ησφαλισμένοι του Ταμείου, καθυστερούντες αδικαιολογήτως την

αποστολήν εις το Ταμείον οιουδήποτε ποσού, όπερ ως εκ των καθηκόντων

των, εισέπραξαν, δια λ/σμόν τούτου, υπόκεινται, εκτός των υπό του

Ποινικού Νόμου προβλεπομένων κυρώσεων, και εις την πειθαρχικήν τοιαύτην

επί παραβάσει καθήκοντος.

Εις περίπτωσιν υποτροπής το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται, δι'

αποφάσεώς του, να επιβάλη εις τους ησφαλισμένους τούτους και στέρησιν

πάντων των εκ του Ταμείου δικαιωμάτων των διαρκή ή πρόσκαιρον. Αι

κυρώσεις αύται επιβάλλονται και κατά παντός δικαστικού κλητήρος, όστις

δεν τηρεί βιβλία επιδόσεων και εκθέσεων ή δεν τηρεί ταύτα, συμφώνως

προς τας διατάξεις του άρθρ. 10 παρ. 1 περ. ιθ' του παρόντος.

Πάντες οι διαχειριζόμενοι τους πόρους του Ταμείου υπέχουσιν έναντι

τούτου και τας ευθύνας των δημοσίων υπολόγων.

«3. Οι μη συμμορφούμενοι προς τας διατάξεις του παρόντος και των εις

εκτέλεσιν αυτού Π.Δ/των, ή αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του

Ταμείου ως προς την απόδοσιν των πόρων του Ταμείου, είτε δι' ενσήμων

είτε κατά διάφορον τρόπον εισπραττομένων, υποχρεούνται εις καταβολήν

προστίμου μέχρι του διπλασίου της αξίας του μη καταβληθέντος ή μη

προσηκόντως καταβληθέντος πόορυ, οφειλομένου εντόκως με τον εκάστοτε

τόκον υπερημερίας από της εκδόσεως της επιβαλλούσης τούτο αποφάσεως.

Το περί ου πρόκειται πρόστιμον επιβάλλεται δι' αποφάσεως του

Διοικητικού Συμβουλίου».

4. Πάντες οι διαχειριζόμενοι πόρους του Ταμείου υπόκεινται εις

διαχειριστικόν έλεγχον, ενεργούμενον, τη εντολή του Υπουργού

Δικαιοσύνης, ή κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του

Ταμείου, υπό ησφαλισμένων αυτού, ή και μη ησφαλισμένων δημοσίων

πολιτικών υπαλλήλων ή και τραπεζιτικών τοιούτων, απάντων δικαιουμένων

δια την τοιαύτην υπηρεσίαν των αποζημιώσεως εις βάρος του Ταμείου.

«Αποζημιώσεως επίσης, καθοριζομένης προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου

του Ταμείου, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και

Οικονομικών, δικαιούνται και οι εντεταλμένοι τον διαχειριστικόν έλεγχον

των υπολόγων υπάλληλοι του Τ.Ν., εφόσον τον έλεγχον ενεργούσιν εκτός

της έδρας των».

5. Ησφαλισμένοι του Ταμείου ή οικογένειαι τούτων, χρησιμοποιούντες εν

γνώσει των ψευδή δικαιολογητικά προς τον σκοπόν της αποκτήσεως εκ του

Ταμείου ασφαλιστικών παροχών, υπόκεινται, επιφυλασσομένων των ορισμών

του Ποινικού Κώδικος, εις στέρησιν των εκ του Ταμείου παροχών,

επιβαλλομένην δι' αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου. Ασφαλιστικαί

παροχαί, καταβληθείσαι βάσει ψευδών δικαιολογητικών, βεβαιούνται δι'

αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου και εισπράττονται μετά των δια της παρ.

1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένων τόκων κατά τας διατάξεις του

παρόντος. Εις την ως άνω ποινικήν δίωξιν και στέρησιν των εκ του

Ταμείου δικαιωμάτων υπόκειται και ο ησφαλισμένος, όστις, λόγω

αρμοδιότητος, εξέδωκε δολίως ψευδείς πιστοποιήσεις.

6. Παν εν γένει, έγγραφον προβλεπόμενον υπό των εδαφίων ι', ια', ιβ',

ιγ', ιδ', ιε', ιθ' και κβ' του άρθρ. 10 του παρόντος, μη φέρον

επικεκολλημένον το ένσημον, δι ου εισπράττονται οι αντίστοιχοι πόροι

του Ταμείου, είναι άκυρον και δεν λαμβάνεται ουδόλως υπ' όψιν, ουδέ

επέρχεται η κάταρξις της δίκης ή η συζήτησις της υποθέσεως βάσει των,

εκ των ανωτέρω, εισαγωγικών της δίκης εγγράφων, προκειμένου δε περί

παραστάσεως Δικηγόρου ή Δικολάβου, δεν γίνονται ούτοι δεκτοί, ουδέ

ακούονται, εφ' όσον δεν καταβάλλουν το ένσημον παραστάσεως, εις ας

περιπτώσεις δεν προβλέπεται η επικόλλησις τούτου επί των προτάσεων. Η

ως άνω ακυρότης και το απαράδεκτον αίρονται, επί τη καταβολή του

πενταπλασίου της αξίας του μη καταβληθέντος πόρου εντός μηνός από της

βεβαιώσεως της παραλείψεως ή και μέχρι της πρώτης επ' ακροατηρίω

συζητήσεως δια τα εκ τούτων εισαγωγικά της δίκης έγγραφα.

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή της Επιτροπής, ο δικάζων Δικαστής, ο

Εισηγητής Δικαστής, ο Εισαγγελεύς, ο Συμβολαιογράφος, ο Δημόσιος

Υπάλληλος και εν γένει πας αρμόδιος δια την λήψιν του εγγράφου ή δια

την εκδίκασιν της υποθέσεως ή αιτήσεως, ή ο ενώπιον του οποίου

συντάσσεται η πράξις Δικαστής ή Εισηγητής και όστις δήποτε άλλος

Δημόσιος Υπάλληλος, ευθύνεται δια πάσαν σχετικήν παράβασιν.

Η προκειμένη παράβασις υπό Δικαστικού Κλητήρος, τόσον ως προς την

επικόλλησιν του εν εδαφ. ιθ' του άρθρ. 10 του παρόντος αναφερομένου

ενσήμου, όσον και την ακύρωσιν τούτου, ανεξαρτήτως της χρήσεως ή μη του

επιδοτηρίου τούτου ή της εκθέσεως, επιφέρει και πειθαρχικήν τιμωρίαν

του συντάξαντος το επιδοτήριον ή την έκθεσιν Δικαστικού Κλητήρος δια

προσωρινής απολύσεως και εν υποτροπή δι' οριστικής τοιαύτης.

7. «Απαγορεύεται εις τους συνταξιούχους του Ταμείου αμέσως ή εμμέσεως η

ενέργεια πράξεων, ας ούτοι εδικαιούντο κατά Νόμον να εκτελώσιν, ως εκ

της ιδιότητός των, ήτις απετέλει προϋπόθεσιν της παρά τω Ταμείω

ασφαλίσεώς των,ιδία δε τοιαύτας, δι' ας αποκλειστικώς αρμόδιοι κατά τας

διατάξεις του Ν.Δ. 3026/54, ως τούτο ετροποποιήθη, είναι οι Δικηγόροι,

ως και να διατηρώσι γραφεία προς ανάληψιν τοιούτων υποθέσεων.

Εξαιρετικώς επιτρέπεται εις τους συνταξιούχους Καθηγητάς Πανεπιστημίου

η παροχή νομικών γνωμοδοτήσεων.

Εν παραβάσει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δύναται να επιβάλη

διακοπήν της συντάξεως επί τρίμηνον και εν υποτροπή οριστικήν απώλειαν

του δικαιώματος της συντάξεως. Η τοιαύτη απόφασις του Συμβουλίου

υπόκειται εις αναθεώρησιν εφαρμοζομένων εν προκειμένω αναλόγως των εν

άρθρ. 25 του παρόντος οριζομένων».

"8α. Σε περίπτωση που οι ασφαλισμένοι δεν τηρούν το ασφαλιστικό τους

βιβλιάριο, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 10 του

παρόντος, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

1090/1980 ή το τηρούν ελλιπώς, έχουν την υποχρέωση να εξοφλήσουν την

οφειλή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 21

του ν. 1976/1991. Ο υπολογισμός των πρόσθετων τελών αρχίζει από τη λήξη

της δίμηνης προθεσμίας παράδοσης του ασφαλιστικού βιβλιαρίου.

Σε περίπτωση αναπροσαρμογής των εισφορών η προσαύξηση υπολογίζεται με

τον ίδιο τρόπο από την ημερομηνία, που οι ασφαλιστικές εισφορές

καθίστανται απαιτητές και επί του ποσού των αναπροσαρμοσμένων αυτών

εισφορών.

β. Ο Χρόνος ασφάλισης, που έχει διαγραφεί από το συνολικό χρόνο

ασφάλισης, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις θεωρείται συντάξιμος,

ύστερα από αίτηση που θα υποβάλει ο ασφαλισμένος ή συνταξιούχος, εφόσον

έχουν καταβληθεί οι εισφορές, οι οποίες προσαυξάνονται κατά ποσοστό 50%

στο ποσό που ίσχυε κατά το χρόνο της καταβολής.

Τα ποσά αυτά σε περιπτώσεις συνταξιούχων είναι δυνατό να εξοφληθούν σε

12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις και να παρακρατηθούν από τη σύνταξη.

Τα οικονομικά αποτελέσματα από τον υπολογισμό του πιο πάνω χρόνου

αρχίζουν από την ημερομηνία εξόφλησης ολόκληρου του ποσού της οφειλής.

γ. Θεωρούνται νόμιμες οι αποφάσεις του Δ.Σ. του Ταμείου με τις οποίες

υπολογίσθηκε ο χρόνος ασφάλισης κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ.

8 του άρθρου 29 του ν.δ. 4114/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16

του ν. 730/1977 και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 1

του άρθρου αυτού".

9. Ο παρέχων εις άλλον αποκόμματα ενσήμων, προερχομένων εκ της

δραστηριότητος ησφαλισμένων του Ταμείου προς χρήσιν, επί σκοπώ

εκπληρώσεως προς το Ταμείον εκ του παρόντος υποχρεώσεών του, τιμωρείται

κατά τας περί απάτης διατάξεις του Ποιν. Κώδικος.



Αρθρο: 30

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΛΑΔΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Κλάδος Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων.

Σχόλια
Η μηνιαία εισφορά ορίστηκε σε δρχ. 200 για την πρώτη πενταετία από την εγγραφή στον Δικ. Σύλλογο και δρχ. 400 μετά το τέλος αυτής, με την 135/59 της 20 Ιαν./9 Μαρτ. 1973 (ΦΕΚ Β' 314) απόφ. Υπ. Εθν. Οικον., Οικον. και Κοιν. Υπηρεσιών. - Βλέπε και 135/250α/22 Φεβρ. - 3 Μαρτ. 1982 (ΦΕΚ Β' 93) Κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Κοιν. Υπηρεσιών. Επίσης βλέπε 135/802/28 Απρ. - 9 Μαΐου 1986 (ΦΕΚ Β' 317) απόφ. Υπ. Εθνικής Οικονομίας, Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Οικονομικών και Φ.135/889/20 Ιουλ. - 4 Αυγ. 1988 (ΦΕΚ Β' 559) απόφ. Υπ. Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Οικονομικών. - Για τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του άρθρ. 1 Β.Δ. 796/61, βλέπε την Φ.41/1192/21 Οκτ. - 3 Νοεμ. 1995 (ΦΕΚ Β' 825), απ. Υπ. Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλ., η οποία παρατίθεται κάτω από την περ. ιδ, παρ. 1 άρθρ. 10 του ιδίου Νόμου 4114/61. - Εχει εκδοθεί το Π.Δ. 217/1993 (ΦΕΚ Α 91/14.6.1993).

 

Κείμενο Αρθρου

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

1. Από 1ης Ιαν. 1961 παρά τω Ταμείω τηρείται ειδικός λογαριασμός υπό

την ονομασίαν "Λογαριασμός Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων Ελλάδος". Η

έναρξις της τηρήσεως αυτού δύναται να αναβληθή δια Β.Δ/τος προτάσει του

Υπουργού της Δικαιοσύνης επί εν τρίμηνον.

2. Εις τον λογαριασμόν τούτον περιέρχεται αφ' ης άρξηται η τήρησις

αυτού:

α) Ειδικαί πρόσθεται άμεσοι εισφοραί των εν τη παρ. 3 του παρόντος

αναφερομένων δικηγόρων εκ δρχ. (100) μηνιαίως καταβαλλόμεναι παρά του

Δικηγόρου δι' εκδόσεως αποδείξεως εισπράξεως. Το ποσόν της εισφοράς

ταύτης δύναται να αναπροσαρμόζηται εκάστοτε δι' αποφάσεως των Υπουργών

Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών μετά πρότασιν και σύμφωνον

γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, ως τούτο συντίθεται δια

την διαχείρισιν του δια του παρόντος συνιστωμένου ειδικού λογαριασμού

κατά τα εν άρθρ. 5 παρ. 2 του παρόντος προβλεπόμενα.

β) Ειδικαί εισφοραί λόγω διορισμού, προαγωγής, γάμου και αναγνωρίσεως

προϋπηρεσίας.

γ) Αι προς αυτόν δωρεαί ή κληροδοτήματα.

3. Εκ των ως ανωτέρω οριζομένων κεφαλαίων του Λογαριασμού τούτου θα

παρέχηται εις τους δικηγόρους τους εν άρθρω 7 παράγραφος 1 Α' εδ. α'

του παρόντος ενδιαφερόμενους τους μέλλοντας να εξέλθωσιν από 1

Ιανουαρίου 1961 κατά την έξοδον αυτών εκ του δικηγορικού λειτουργήματος

και την εκ του Ταμείου συνταξιοδότησιν αυτών, εν περιπτώσει δε θανάτου

εις τα μέλη της οικογενείας αυτών, επικουρική περιοδική παροχή κατά

μήνα ή κατά τρίμηνον, καθοριζομένη εκάστοτε δι' υπουργικής αποφάσεως

μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου κατά τα εν παραγράφω 2

εδάφ. α' περίοδος δευτέρα του παρόντος οριζόμενα.

4. Το Ταμείον ευθύνεται περιωρισμένως, δια μόνον των κεφαλαίων του

κατά την παρ. 1 Ειδικού Λογαριασμού, δια πάσαν εκ της λειτουργίας και

της εν γένει διαχειρίσεως αυτού γενομένην οιασδήποτε φύσεως υποχρέωσιν.

5. Απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον διάθεσις και εν γένει

χρησιμοποίησις κεφαλαίων του Ταμείου δια τους σκοπούς του Ειδικού

Λογαριασμού και την λειτουργίαν αυτού εν γένει ως και αντιστρόφως.

6. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού της Δικαιοσύνης

θέλουσιν ορισθή αι κυρώσεις δια την παράλειψιν της εμπροθέσμου

καταβολής της εισφοράς και των λοιπών υποχρεώσεων των ησφαλισμένων, αι

προϋποθέσεις εν γένει του δικαιώματος της επικουρικής παροχής ειε τα εν

παρ. 3 πρόσωπα, τα δικαιούχα μέλη των οικογενειών αυτών εν τη

περιπτώσει θανάτου, ιδία δε ο χρόνος της απαιτουμένης πραγματικής

ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, τα της αναγνωρίσεως

προϋπηρεσίας και της εξαγοράς αυτής, τα της εισφοράς λόγω διορισμού,

προαγωγής και γάμου, τα των εκπτώσεων και παραγραφών, ο χρόνος της

ενάρξεως των παροχών, όστις δεν δύναται να καθορισθή ενωρίτερον της

τριετίας από της ενάρξεως του Ειδικού λογαριασμού, ο τύπος των

αποδείξεων και πάσα εν γένει λεπτομέρεια σχετιζομένη με την διαχείρισιν

του λογαριασμού και τον τρόπον εισπράξεως των πόρων του.

Δια Β.Δ/των δύναται να ορίζηται ομοίως και μεταβάλληται εκάστοτε ο

τρόπος και ο τύπος αποδείξεως καταβολής της εν παρ. 2α εισφοράς ως και

η τήρησις ειδικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου και εν γένει πάσα λεπτομέρεια

εφαρμογής τούτων.



Αρθρο: 31

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Νοσοκομειακή περίθαλψις.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Συντονισμού,

Δικαιοσύνης και Οικονομικών κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού

Συμβουλίου του Ταμείου, λαμβανομένης δι' απολύτου πλειοψηφίας των μελών

του, δύναται να διατίθενται πόροι του Ταμείου, εις ους περιλαμβάνεται

και το κατά το άρθρ., 15 του παρόντος "εγγυητικόν κεφάλαιον" του

Ταμείου, πέραν των δια τας συντάξεις, λοιπάς παροχάς και δαπάνας

διοικήσεως απαραιτήτων τοιούτων, προς ίδρυσιν και λειτουργίαν

Νοσηλευτικού Ιδρύματος, σκοπόν έχοντος την παροχήν νοσοκομειακής

περιθάλψεως εις τους Συνταξιούχους του Ταμείου και τας οικογενείας

αυτών, εξαιρέσει των συνταξιούχων Συμβολαιογράφων και των

συνταξιοδοτουμένων εκ του Δημοσίου Ταμείου εμμίσθων συνταξιούχων του

Ταμείου, οίτινες δύνανται να υπαχθώσιν εις τας διατάξεις του παρόντος

άρθρου, εάν επιθυμώσι τούτο. Αι δαπάναι της περιθάλψεως ταύτης θα

καλύπτωνται εκάστοτε δι' ιδιαιτέρων πόρων, ως ειδικός κανονισμός,

καταρτιζόμενος παρά του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και

εγκρινόμενος δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, θέλει ορίζει.

Δι' ειδικού κανονισμού επίσης ομοίως εγκρινομένου θέλει ρυθμίζονται και

τα της όλης οργανώσεως του Νοσηλευτικού Ιδρύματος.



Αρθρο: 32

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Τίτλος Αρθρου
Μεταβατικαί Διατάξεις.

 

Κείμενο Αρθρου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

Το κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενον Διοικητικόν Συμβούλιον

του Ταμείου, συμπληρούμενον κατά τα εν παρ. 4 του άρθρ. 4 του παρόντος

οριζόμενα δια του εν παρ. 1 στοιχ. δ' του αυτού άρθρου μέλους,

διατηρείται και ασκεί τα καθήκοντα μέχρι λήξεως της θητείας του.



Αρθρο: 33

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ

 

 

Κείμενο Αρθρου

1. Η υποχρεωτική ασφάλισις των εν άρθρ. 7 του παρόντος όντων

διωρισμένων εις την Δωδεκάνησον κατά την 1ην Ιουν. 1952 λογίζεται από

της χρονολογίας ταύτης, αφ' ης δυνάμει του άρθρ. 15 του Ν. 2112/1952,

επεξετάθη η Νομοθεσία περί "Ταμείου Συντάξεων Νομικών" και εις

Δωδεκάνησον.

Την μη συμπίπτουσαν προς χρόνον ασφαλίσεως προϋπηρεσίαν εν Ελλάδι ή

Δωδεκανήσω μέχρις 27 ετών δικαιούνται να αναγνωρίσουν εν όλω ή εν μέρει

δι' εξαγοράς οι δυνάμει του προηγουμένου εδαφίου καταστάντες, μέχρι και

της ισχύος του παρόντος ησφαλισμένοι, εκτός εάν κατά την 1ην Ιουν. 1952

είχον υπερβή το 65ον έτος της ηλικίας των, ότε δύνανται να αναγνωρίσουν

προϋπηρεσίαν μέχρι 30 ετών.

2. Η διάταξις της παρ. 5 του άρθρ. 7 του παρόντος δεν έχει εφαρμογήν

επί των κατά την ισχύν αυτού ησφαλισμένων των μετεχόντων και εις τα

Μετοχικά Ταμεία "Πολιτικών Υπαλλήλων", "Στρατού", "Ναυτικού" και

"Αεροπορίας".

. Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος εκδοθείσαι αποφάσεις του Διοικ.

Συμβουλίου, δι' ων ανεγνωρίσθη ότι υπάγονται εις την ασφάλισιν του

Ταμείου και πρόσωπα μη κατανομαζόμενα εις την παρ. 1 του άρθρ. 7 του

παρόντος, εξακολουθούσιν ισχύουσαι.

4. Αι δυνάμει των καταργουμένων διατάξεων των άρθρ. 33 του Α.Ν.

1752/1939 και 5 του Ν. 2112/1952 ασφαλισθέντες παρά τω Ταμείω μέχρι της

ενάρξεως της ισχύος του παρόντος εξακολουθούσι μετέχοντες της

ασφαλίσεως των δια των άνω διατάξεων οριζομένων υποχρεώσεων και

δικαιωμάτων τούτων διατηρουμένων.

5. Επίσης οι δυνάμει των καταργουμένων διατάξεων του εδαφ. ς' της παρ.

1Β' του άρθρ. 7 του Α.Ν. 1621/1939, άρθρ. 18 Α.Ν. 2732/1940 ως και του

άρθρ. 13 παρ. 2 του Α.Ν. 2682/1940 ασφαλισθέντες παρά τω Ταμείω μέχρι

της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, εξακολουθούσι μετέχοντες της

ασφαλίσεως, υπέχουσι δε τας υποχρεώσεις των εμμίσθων ησφαλισμένων και

απολαμβάνουσι της αυτής συντάξεων, ως οι έμμισθοι ησφαλισμένοι,

αναλόγως δε της τάξεως, εις ην υπήγοντο, βάσει των καταργουμένων

διατάξεων.

6.α) Ησφαλισμένοι του Ταμείου, μετατασσόμενοι εξ οιουδήποτε λόγου εις

θέσεις μη συνεπαγομένας την ασφάλισιν εν τω Ταμείω, εφ' όσον κατά τον

χρόνον της μετατάξεως συνεπλήρωσαν τας δια του παρόντος προβλεπομένας

προϋποθέσεις απονομής συντάξεως, δικαιούνται τοιαύτης, άλλως παύει η

παρά τω Ταμείω ασφάλισίς των, δεν δικαιούνται δ' εις ανάληψιν των υπέρ

του Ταμείου εξ οιουδήποτε λόγου καταβολών, εκτός αν ο παρών Νόμος

ορίζη άλλως ειδικώς.

β) Οι δυνάμει της καταργουμένης διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 3 του

Ν.Δ. 3791/1957 ως και οι δυνάμει του Ν. 1745/1951 μεταταγέντες εκ του

Σώματος Δικαστικού της Ε.Β.Α., στερηθέντες του δικαιώματος της

ασφαλίσεως, δικαιούνται εις ανάληψιν των από της ισχύος του Ν. 18/1944

και εντεύθεν καταβληθέντων ποσών λόγω εισφοράς, αναγνωρίσεως

προϋπηρεσίας και γάμου, ατόκως, εφ' όσον η σχετική αίτησις ήθελεν

υποβληθή εντός εξ μηνών από της ισχύος του παρόντος.



Αρθρο: 34

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΟΡΟΙ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

Σχόλια
Οι τασσόμενες στις παρ. 1, 3 και 4 προθεσμίες εξοφλήσεως των προς το Ταμείο Νομικών οφειλών παρατείνονται με την παρ. 1 άρθρ. 16 Ν.Δ. 4189/1961, της παρ. 1 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 και της παρ. 1 άρθρ. 6 Ν. 4329/1963, παρατάθηκαν και από την παρ. 1 άρθρ. 19 Ν. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 για 18 μήνες από της ισχύος του για συνολική εξόφληση των οφειλών.

 

Κείμενο Αρθρου

1.α) Αι μέχρι της ισχύος του παρόντος οφειλόμεναι υπό των καταστάντων

ησφαλισμένων προ του Ν. 18/1944 μηνιαίαι εισφοραί αμίσθων (πλην των

εισφορών των εν αναστολή και των Δικηγόρων Καθηγητών Ανωτάτων Σχολών0

και εμμίσθων, από 1ης Οκτ. 1929 μέχρι της ισχύος του Ν. 18/1944,

καταβάλλονται προς δρχ. 100 υπό των α' τάξεως ησφαλισμένων και δρχ. 75

υπό των β' τάξεως τοιούτων και αναλόγως της τάξεως εις ην ανήκουσι κατά

τον χρόνον της καταβολής, εκτός εάν καταβληθώσιν αύται εντός εννεαμήνου

από της ισχύος αυτού, ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας

μέχρι ταύτης ισχούσας διατάξεις.

β) Αι από 1ης Οκτ. 1929 μέχρι της ισχύος του παρόντος οφειλόμεναι

εισφοραί των εν αναστολή της Δικηγορίας και των δικηγόρων Καθηγητών

Ανωτάτων Σχολών καταβάλλονται εις τας υπό του εδαφ. β' της παρ. 1 του

άρθρ. 10 του παρόντος οριζόμενα ποσά, εκτός εάν καταβληθώσιν αύται

εντός εννεαμήνου από της ισχύος αυτού, ότε η πληρωμή τούτων ενεργείται

συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις.

2. Αι υπό των από 3 Μαΐου 1952 συνταξιοδοτηθέντων, ησφαλισμένων δε

γενομένων προ του Ν. 18/1944 ή οικογενειών αυτών, οφειλόμεναι μηνιαίαι

εισφοραί της προηγουμένης παραγράφου, καταβάλλονται εις τα υπό του

αυτού εδαφίου οριζόμενα ποσά των δρχ. 75 και 50 μέχρι ολοσχερούς

εξοφλήσεως, επιβαρυνόμενα δια προσαυξήσεως 5% ετησίως από 12 Οκτ. 1960

μέχρις εξοφλήσεως.

3. Αι από της ισχύος του Ν. 18/1944 μέχρι της ισχύος του παρόντος

οφειλόμεναι μηνιαίαι εισφοραί εμμίσθων ησφαλισμένων καταβάλλονται εις

τα εν άρθρ. 10 του αυτού Νόμου οριζόμενα ποσά, πλέον προσαυξήσεως 5%

ετησίως από της καθυστερήσεως μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν καταβληθώσιν

αύται εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος ότε η πληρωμή

τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις.

4. Οι δυνάμει των Α.Ν. 1621/1939, 2732/1940, Ν. 1359/1944 και 2112/1952

περιληφθέντες εις την ασφάλισιν ως και οι από της ισχύος του Ν. 18/1944

μέχρι της ισχύος του παρόντος καταστάντες ησφαλισμένοι, τα παρ' αυτών

οφειλόμενα εκ μηνιαίων εισφορών προ ή μετά την ισχύν του Ν. 18/1944

ποσά καταβάλλουσι ταύτα ως εν άρθρ. 10 του παρόντος ορίζονται, πλέον

προσαυξήσεως 5% ετησίως από της καθυστερήσεως μέχρις εξοφλήσεως, εκτός

εάν καταβάλωσι ταύτα εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος, ότε

η πληρωμή τούτων ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας

διατάξεις.



Αρθρο: 35

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΞΑΓΟΡΑ ΠΡΟΥΠΗΡΕΣΙΑΣ (ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ)

 

Σχόλια
Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 17 Ν. 730/1977. -Η παρ. 3, η οποία αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 18 Ν. 4507/1966 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 άρθρ. 18 Ν. 730/1977. -Το μέσα σε " " εδάφιο της παρ. 6 προστέθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 18 Ν. 730/1977. Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η διάταξη του εδαφίου αυτού έχει εφαρμογή και για τους από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4507/1966 εξελθόντες της ασφάλισης, όπως και για τις οικογένειές τους, η δε από την προσμέτρησή του από αυτή τη διάταξη παρεχόμενου χρόνου προσαύξηση της σύνταξης, αρχίζει από την ολοκληρωτική εξόφληση του απαιτούμενου ποσού για την εξαγορά. -Η παρ. 7 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 29 Ν. 730/1977. -Η διάταξη της παρ. 6 η οποία αφορά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων της Γραμματείας των Δικαστηρίων μέχρι 10 ετών, έχει εφαρμογή και για τους συνταξιούχους της κατηγορίας αυτής βάσει της παρ. 1 άρθρ. 14 Ν. 4290/1963. -Οι τασσόμενες στις παρ. 9 και 10 προθεσμίες εξοφλήσεως των προς το Ταμείο Νομικών οφειλών παρατείνονται με την παρ. 1 άρθρ. 16 Ν.Δ. 4189/1961, της παρ. 1 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4272/1962 και της παρ. 1 άρθρ. 6 Ν. 4329/1963, παρατάθηκαν και από την παρ. 1 άρθρ. 19 Ν. 4507 της 18/28 Μαρτ. 1966 για 18 μήνες από της ισχύος του για συνολική εξόφληση των οφειλών. Ακόμη αναγνωρίσθηκε στου ασφαλισμένους το δικαίωμα αναγνώρισης με εξαγορά δύο ακόμη ετών με την παρ. 1 άρθρ. 18 Ν. 4507/1966, υπό τις προϋποθέσεις του. -Οι παρ. 10 και 11 προστέθηκαν με την παρ. 1 άρθρ. 17 Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ Α' 50). Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στο χρόνο ασφάλισης των παρ. αυτών περιλαμβάνεται και ο χρόνος που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που καταργούνται από την παρ. 2 του άνω άρθρου 17.

 

Κείμενο Αρθρου

«1. Οι ησφαλισμένοι δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι' εξαγοράς εν όλω ή

εν μέρει της μη συμπιπτούσης προς χρόνον ασφαλίσεως προϋπηρεσίας της

διανυθείσης εν Ελλάδι ή Αιγύπτω υπό τινα των εν παρ. 1 του άρθρ. 7 του

παρόντος ιδιοτήτων, ως και χρόνον μέχρι πέντε ετών εκ της πραγματικής

υπηρεσίας των ως Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων ή ως υπαλλήλων Νομικών

Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ή εκ της πραγματικής υπηρεσίας των ως

Καθηγητών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ή εκ της υπηρεσίας των

ως εκπαιδευτικών εις σχολεία Ελληνικών Κοινοτήτων Κύπρου, Δωδεκανήσου,

Βορείου Ηπείρου, Τουρκίας και Αιγύπτου ή εκ Δικηγορικής υπηρεσίας εν Β.

Ηπείρω ή εκ της εις τας Ενόπλους Δυνάμεις και εις τα Σώματα Ασφαλείας

υπηρεσίας των.

Προκειμένου περί των καταστάντων ησφαλισμένων μετά την 1.1.1961, αι ως

άνω υπηρεσίαι, δύνανται ν' αναγνωρισθώσιν υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν

υπελογίσθησαν ή δεν είναι υπολογιστέαι κατά τον χρόνον αναγνωρίσεως δια

την εκ του Δημοσίου ή άλλου οργανισμού συνταξιοδότησίν των».

Τα ούτω εξαγοραζόμενα έτη, άτινα όμως εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να

είναι δια πάσας τας ως άνω εν συνόλω περιπτώσεις πλείονα των 27,

εξομοιούνται προς χρόνον ασφαλίσεως και συνυπολογίζονται, τόσον δια την

δημιουργίαν του δικαιώματος της συντάξεως, όσον και δια τον καθορισμόν

του ποσού ταύτης.

2. Τα ήδη ησφαλισμένα ισόβια μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και

του Ελεγκτικού Συνέδριου, ως και ο παρ' αυτώ Γενικός Επίτροπος

δικαιούνται να αναγνωρίσωσι δι' εξαγοράς την μη συμπίπτουσαν προς τον

χρόνον ασφαλίσεως έμμισθον πραγματικήν προϋπηρεσίαν των εν θέσει

Δημοσίου Πολιτικού Υπαλλήλου μέχρις 27 ετών.

«3. Οι ησφαλισμένοι δικολάβοι δικαιούνται εις αναγνώρισιν δι' εξαγοράς,

εν όλω ή εν μέρει, του χρόνου από της ορκίσεώς των ως δικολάβων, εφ'

όσον κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Νομικών

ήσκουν το επάγγελμά των, και υπό τον περιορισμόν ότι ο χρόνος ούτος

μετά πάσης ετέρας αναγνωριστέας κατά νόμον προϋπηρεσίας, δεν δύναται

εις οιονδήποτε περίπτωσιν να υπερβή εν συνόλω τα 27 έτη».

4. Ησφαλισμένοι κατά την ισχύν του παρόντος υπηρετήσαντες ως Ελληνες

Δικασταί παρά τοις Μικτοίς Δικαστηρίοις Αιγύπτου, και μη τυχόντες

συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου εκ της ιδιότητος ταύτης, δικαιούνται

εις αναγνώρισιν του χρόνου τούτου δι' εξαγοράς, εφ' όσον κατά τον

χρόνον του διορισμού των εις την άνω θέσιν ετύγχανον ησφαλισμένοι του

Ταμείου.

5. Τα του τρόπου του υπολογισμού και αποδείξεως της εν της παρ. 1 του

άρθρ. 33 και 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου προϋπηρεσίας

καθορίζονται δια Β.Δ/τος προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού μετά

γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

6. Η βάσει των καταργουμένων διατάξεων του άρθρ. 7 παρ. 1 και 2 του Ν.

2112/1952 και του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 3406/55 βεβαιωθείσα μέχρι της ισχύος

του παρόντος προϋπηρεσία ως και η εν τη αυτή ως άνω διατάξει της παρ. 1

του άρθρ. 7 του Ν. 2112/1952 και μέχρι του αυτού ορίου προϋπηρεσία των

ήδη ησφαλισμένων υπαλλήλων της Γραμματείας των Δικαστηρίων υπολογίζεται

ως συντάξιμος παρά τω Ταμείω.

"Εις ην περίπτωσιν το μεσολαβήσαν από της διαγραφής μέχρι της

επανεγγραφής χρονικόν διάστημα είναι μείζον των εξ ετών, τα περί ων τα

προηγούμενα εδάφια πρόσωπα, δικαιούνται, υπό τας προϋποθέσεις και τους

όρους τούτων, όπως αναγνωρίσουν εις το Ταμείον Νομικών και τον Κλάδον

Επικουρικής Ασφαλίσεως Δικηγόρων χρόνον μέχρι του ημίσεος του χρόνου

στερήσεως του δικαιώματος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος και

πάντως ουχί μείζονα των εξ ετών".

"7. Η κατά τας προηγουμένας παρ. 1 έως 4 και 6 αναγνώρισις και εξαγορά

προϋπηρεσίας, ως και πλασματικής τοιαύτης, αποτελεί δικαίωμα του

ησφαλισμένου, το οποίον ούτος δύναται να ασκήση δι' ολόκληρον ή μέρος

της προϋπηρεσίας ταύτης, καθ' όλην την διάρκειαν της ασφαλίσεώς του του

δικαιώματος τούτου ανήξοντος εις την οικογένειαν του ησφαλισμένου, εν

περιπτώσει θανάτου αυτού. Το δικαίωμα αναγνωρίσεως και εξαγοράς δύναται

να ασκηθή υπό του συνταξιούχου, ως και υπό της οικογενείας του θανόντος

ησφαλισμένου ή συνταξιούχου και μετά την λήψιν της περί

συνταξιοδοτήσεως αποφάσεως και εντός πενταετίας από ταύτης, το δε κατά

συνυπολογισμόν της αναγνωριζομένης προϋπηρεσίας προκύπτον ποσόν ή

προσαύξησις, άρχεται καταβαλλομένη από του χρόνου της εξοφλήσεως της

οφειλής της εξαγοράς".

8. Το προς εξαγοράν του χρόνου προϋπηρεσίας ποσόν κανονίζεται αναλόγως

της τάξεως, εις ην ανήκεν ο ησφαλισμένος κατά την έναρξιν της

ασφαλίσεώς του, και ορίζεται δια μεν τους της πρώτης τάξεως

ησφαλισμένους εις δρχ. 200, δια δε τους της δευτέρας τοιαύτης εις δρχ.

150 δι' έκαστον εξαγοραζόμενον μήνα, και καταβάλλεται άνευ προσαυξήσεως

μεν μέχρι 31 Δεκεμβρίου του επομένου της ασφαλίσεως έτους, μετά

προσαυξήσεως δε 5% ετησίως από της λήξεως της προθεσμίας ταύτης μέχρις

εξοφλήσεως, εκτός αν η εξόφλησις της σχετικής υποχρεώσεως συντελεσθή

εντός εννεαμήνου από της ισχύος του παρόντος, ότε αύτη ενεργείται

συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης ισχυούσας διατάξεις.

9. Οι ησφαλισμένοι προ του Ν. 18/1944, ως και οι συνταξιούχοι και αι

οικογένειαι αυτών καταστάντες τοιούτοι από της 3ης Μαΐου 1952

οφείλοντες ποσά λόγω προϋπηρεσίας καταβάλλουσι ταύτα συμφώνως τη

προηγουμένη παραγάφω πλην άνευ προσαυξήσεως μεν μέχρι 11 Οκτ.1960, μετά

προσαυξήσεως δε προς 5% ετησίως έκτοτε μέχρις εξοφλήσεως, εκτός εάν η

εξόφλησις της σχετικής υποχρεώσεως συντελεσθή εντός εννεαμήνου από της

ισχύος του παρόντος, ότε αύτη ενεργείται συμφώνως προς τας μέχρι ταύτης

ισχυούσας διατάξεις.

"10. Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου, εκτός από το χρόνο που αναγνωρίζουν

σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου αυτού

και το χρόνο άσκησης δικηγορίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του

άρθρου 14 του Ν. 1090/1980 (ΦΕΚ 263), δικαιούνται να αναγνωρίσουν ως

χρόνο ασφάλισης τρία επί πλέον έτη, εφ' όσον υποβάλουν σχετική αίτηση

μέχρι την ημέρα της διακοπής της ασφάλισής τους ή και μετά τη διακοπή

της ασφάλισης και μέχρι την ημέρα που θα υποβάλουν αίτηση για

συνταξιοδότηση και καταβάλουν μέχρι την ημερομηνία αυτή τα ποσά

εξαγοράς που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρ. 3 του Ν.

1090/1980.

Ο χρόνος που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου

εδαφίου δε λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων

για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και της ειδικής

παροχής γαμηλίου επιδόματος από το Ταμείο.

Κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου της παρ. αυτής, ο

αναγνωριζόμενος χρόνος λαμβάνεται υπόψη και για τη συμπλήρωση των

χρονικών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος

και της ειδικής παροχής γαμηλίου επιδόματος, εφ' όσον ο ασφαλισμένος

έχει συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του".

"11. Κατ' εξαίρεση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, ο χρόνος

που αναγνωρίζεται σύμφωνα με αυτές λαμβάνεται υπόψη και για τη

συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων, για θεμελίωση του συνταξιοδοτικού

δικαιώματος, από τους ασφαλισμένους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του

Ταμείου μέχρι την ισχύ του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ Α 4), οι οποίοι

δικαιούνται να αναγνωρίσουν πέντε έτη, στα οποία περιλαμβάνεται και ο

χρόνος άσκησης δικηγορίας, εφ' όσον υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση του

χρόνου μέσα σε προθεσμία ενός έτους που αρχίζει από τη δημοσίευση του

νόμου αυτού και εξαγοράσουν ολόκληρο το ποσό της οφειλής μέσα σε

προθεσμία ενός έτους που αρχίζει από την ημέρα που θα παραλάβουν τη

σχετική απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ταμείου για την αναγνώριση του

χρόνου και για το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Η εξαγορά του

αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή της εισφοράς που ισχύει

κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν εφαρμογή και για όσους για

οποιοδήποτε λόγο έχουν διακόψει την ασφάλισή τους στο Ταμείο από την

ισχύ των διατάξεων του Ν. 1512/1985 μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος

των διατάξεων αυτού του νόμου".



Αρθρο: 36

Ημ/νία: 09.10.1960

Ημ/νία Ισχύος: 09.10.1960

Περιγραφή όρου θησαυρού: ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ

 

 

Κείμενο Αρθρου

1. (Καταργήθηκε με το άρθρ. 36 Ν. 730/1977 και από τότε καταργείται και

η υποχρέωση για απόδοση των υπό του άρθρ. 4 του Ν. 691/1943 εισφορών

των επί παγία αντιμισθία δικηγόρων).

2. Οφειλαί Συμβολαιογράφων προς το Ταμείον δυνάμει των εδαφ. θ' και ι'

της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Ν. 4448/1929, του άρθρ. 14 του αυτού Νόμου,

ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 8 του Ν. 4685/1930, του εδαφ. ς'

της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Α.Ν. 1621/1939, ως ταύτα τροποποιηθέντα

ίσχυσαν, από 1 Οκτ. 1929 μέχρι 11 Νοεμ. 1944, ως και οφειλαί δικαστικών

Κλητήρων εξ επιδόσεων και εκθέσεων της αυτής περιόδου, εξοφλούνται εις

ποσά αναπροσηρμασμένα δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και

Οικονομικών, απαλλάσσονται όμως των επ' αυτών τόκων, εφ' όσον η

εξόφλησις συντελεσθή εντός τριετίας από της εκδόσεως του κατά την

κατωτέρω παρ. 5 προβλεπομένου Β.Δ/τος. Μετά την πάροδον της προθεσμίας

ταύτης υπολογίζεται ο κατά την κειμένην Νομοθεσίαν του Ταμείου

καταβλητέος τόκος.

3. Ομοίως οφειλαί αμίσθων Υποθηκοφυλάκων δυνάμει του εδαφ. 4 του άρθρ.

2 του Ν. 4685/1930, και του εδαφ. ζ' του άρθρ. 4 του Α.Ν. 1621/1939

εξοφλούνται κατά τον αυτόν ως άνω τρόπο.

4. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται και επί των

μέχρι της ισχύος του παρόντος συνταξιοδοτηθέντων τνω μη εξοφλησάντων

τας οφειλάς ταύτας.

5. Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Δικαιοσύνης, μετά

σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, θέλουσι

καθορισθή τα της αποδόσεως, τρόπου αποδείξεως της τυχόν εξοφλήσεως των

εν τοις προηγουμένοις παραγράφοις οφειλών, ως και πάσα σχετική

λεπτομέρεια.


 

  ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Δημιουργία: SDC Α.Ε.